Ομιλία του νομικού κ. Διογένη Καραγιαννακίδη για το βιβλίου του
«
Ραβάσια Μεγίστης Λαύρας 1912-13, Η περίοδος της απελευθέρωσης του Αγίου Όρους και των ρωσικών διεκδικήσεων»
H εργασία μου με τα ραβάσια ξεκίνησε από μια απλή περιέργεια να δω πώς αποτυπώνεται σ’ αυτά η φάση της απελευθέρωσης του Αγίου Όρους το 1912 και κατέληξε σε ένα βιβλίο, που δεν μπορούσα να φανταστώ στην αρχή. Η απελευθέρωση καθαυτή, αφ’ ης στιγμής ξεκίνησε ο πρώτος βαλκανικός πόλεμος τον Σεπτέμβριο του 1912, υπήρξε, τρόπον τινά, αναμενόμενη. Αναμενόμενα δεν ήταν άλλα, τα οποία με αδρό τρόπο εμφανίζονται στα ραβάσια και απασχολούν ζωηρότατα τους αγιορείτες, προξενούν μεγάλο άγχος και μια πραγματική υπερδραστηριότητα.
Η λέξη «ραβάσια», που θυμίζει βέβαια τα «ραβασάκια» των ερωτευμένων, δεν γνωρίζω πώς ετυμολογείται. Πιθανώς προέρχεται από το τουρκικό «ρεβάς», που σήμαινε ξύλινη πλάκα στην οποία σημειώνονταν αριθμητικοί υπολογισμοί ή κάτι τέτοιο. Στο χώρο του Αγίου Όρους πρόκειται για τα γράμματα που αντάλλασσαν οι μονές με τους Αντιπροσώπους τους στις Καρυές, στην Ιερά Κοινότητα. Γράμματα - κανονικές εκθέσεις πεπραγμένων για να μην πω ανταποκρίσεις - γραμμένα σε δίφυλλες κόλλες μεσαίου μεγέθους, τα οποία, φαντάζει ασύλληπτο σήμερα, αλλά έτσι ήταν, έφευγαν μία ή και δύο φορές τη μέρα ανάλογα με τις απαιτήσεις της επικαιρότητας. Τόσο ο Αντιπρόσωπός της στις Καρυές όσο και οι ιθύνοντες της Μονής εντός των τειχών όφειλαν να καταγράψουν ό,τι συνέβαινε ώστε η κάθε πλευρά να γνωρίζει τι έχει συμβεί στο χώρο της άλλης. Το αποτέλεσμα είναι, θα έλεγα, θεαματικό. Έχουμε στη διάθεσή μας ανεπανάληπτες μαρτυρίες της ζωής στο Άγιον Όρος μόνο από τα ραβάσια, φυσικά για τις περιόδους που αυτά καλύπτουν. Στην περίπτωση της Μεγίστης Λαύρας τηρούνται, αν θυμάμαι καλά, από τα μέσα του 19ου μέχρι μετά τα μέσα του 20ου αιώνα, μέχρι τότε δηλαδή που σταμάτησε η αλληλογραφία, αφού απλουστεύτηκε η μετακίνηση του Αντιπροσώπου.