Έρχονται Χριστούγεννα.
Μου αρέσουν τα φώτα, τα γεμάτα τραπέζια, οι χαμογελαστοί άνθρωποι γύρω μου, τα δώρα. Μου αρέσει η γιορτή, η επικοινωνία, η χαρά, οι στολισμένοι δρόμοι, τα φωτεινά σπίτια.
Έρχονται Χριστούγεννα.
Και μαζί τους έρχεται μια πρόσκληση.
Ο Δεσπότης Χριστός ξαναγεννιέται για όλους.
Ταπεινά, σε μια φάτνη. Επιμένει να έρχεται. Με προσκαλεί.
Έρχονται Χριστούγεννα.
Κι όμως, κάθε χρόνο αναλογίζομαι τη στιγμή που σβήνουν τα φώτα και μαζεύεται το τραπέζι· κάτι μέσα μου χάνεται. Συχνά μένω στην επιφανειακή χαρά και, όταν περάσουν οι γιορτές, με βρίσκει μια σιωπηλή λύπη. Γιατί; Τι είναι αυτό που με κάνει, σαν υπνωτισμένος, απλώς να ακολουθώ;
Έρχονται Χριστούγεννα.
Γιατί πρέπει να χαρώ; Τι είναι αυτό που με κάνει να μπαίνω σε αυτό το εορταστικό κλίμα; Γιατί χαίρομαι μόνο αυτή την περίοδο και δεν προσπαθώ να είμαι μονίμως χαρούμενος; Αυτές οι σκέψεις με βασανίζουν συνεχώς.