Title

Title

16 Απριλίου 2010

Oμιλία Διογένη Καραγιαννακίδη στην εκδήλωση για την Μονή Εσφιγμένου - Θεσσαλονίκη 2010

Διογένης Καραγιαννακίδης
Ομιλία για την ημερίδα, Θεσσαλονίκη, 16.4.2010

Ο Νίκος Αναγνωστόπουλος κατάφερε να δει με τον φακό του και να δείξει τη σημασία του φαινομένου Εσφιγμένου για το Άγιον Όρος. Τούτο έγινε θα έλεγα αυτομάτως, με την απέριττη καταγραφή της κεντρικής ιδέας που συνέχει την μοναστική πολιτεία. Και φυσικά αναφέρομαι στην «ενότητα», ή, αλλοιώς, στην «ποικιλία εν τη ενότητι» που τόσο αδρά εκπήγασε από τον λόγο των αγιορειτών πατέρων που μίλησαν στην ταινία.

Για όποιον έχει σκύψει πάνω από αυτήν την περίεργη ιστορία στις δεκαετίες που διαρκεί, από όποια σκοπιά και αν την προσήγγισε, τού ήταν φανερό ότι επρόκειτο πράγματι για ένα ζήτημα ενότητος. Προσωπικά, όταν πριν από οκτώ χρόνια μαζί με τους καθηγητές Τρωιάνο και Παπαστάθη επιχειρούσαμε τον χαρακτηρισμό του φαινομένου Εσφιγμένου εξ επόψεως νομικής, θυμάμαι, είχα απασχοληθεί αρκετά με την διατύπωση της ανάλογης νομικής αρχής της «ενότητος» στο πλαίσιο της αγιορειτικής αυτοδιοίκησης.

Θα ήθελα λοιπόν ξεκινώντας να σας δώσω το περίγραμμα αυτής της αρχής, γιατί το φαινόμενο Εσφιγμένου δείχνει ότι τα αυτονόητα δεν είναι για όλους τα ίδια. Θα προσπαθήσω να κρατήσω όσο είναι δυνατό τή ρότα που χάραξε η ταινία και να αποφύγω μία στεγνή νομική δογματική ανάλυση. Εχω και μιά ικανή δικαιολογία γι’ αυτό, ότι δεν απευθύνομαι σε ειδικό νομικό κοινό. Από την άλλη μεριά όμως τάσσομαι ευθέως με τη γνώμη, ότι δουλειά του νομικού είναι όχι να κάνει πολιτική, αλλά να λέει τα πράγματα με τό όνομά τους. Κάποτε πρέπει να γίνεται κι αυτό.


Το Αγιον Όρος είναι ένας αυτοδιοικούμενος οργανισμός, ένα τμήμα της ελληνικής επικράτειας, για το οποίο η ελληνική πολιτεία έχει επιφυλάξει μιά, ιδιαίτερη θα τη χαρακτήριζα, αυτοδιοίκηση. Είναι για την ακρίβεια το μόνο ελληνικό τμήμα γης, για το οποίο το ίδιο το Σύνταγμα λέει κάτι ιδιαίτερο εν σχέσει προς την υπόλοιπη χώρα. Για να δούμε τί λέει, στα κρίσιμα σημεία:

Κατά το άρθρο 105 του Συντάγματος, «...η χερσόνησος του Άθω είναι αυτοδιοίκητο τμήμα του Ελληνικού Κράτους, του οποίου η κυρι­αρχία πάνω σ’ αυτό παραμένει άθικτη. Από πνευματική άποψη τό Αγι­ον Όρος διατελεί υπό την άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατρι­αρχείου. Όλοι όσοι μονάζουν σ’αυτό αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια. Απαγορεύεται να εγκαταβιώνουν στό Άγιον Όρος ετερόδοξοι ή σχισματικοί. ...... Η διοίκησή του ασκείται από αντιπροσώπους των Ιε­ρών Μονών, οι οποίοι αποτελούν την Ιερή Κοινότητα........ 3. Ο λεπτομερής καθορισμός των αγιορειτικών καθεστώτων .... γίνεται από τον Καταστατικό Χάρτη....τον οποίο, με σύμπραξη του Κράτους συντάσσουν και ψηφίζουν οι είκοσι Ιερές Μονές και τον επικυρώνουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Βουλή των Ελλήνων. 4. Η ακριβής τήρηση των αγιορειτικών καθεστώτων τελεί ως προς το πνευματικό μέρος υπό την ανώτατη εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ως προς το διοικητικό μέρος υπό την εποπτεία του Κράτους».

Από την πλευρά του ο ΚΧΑΟ στο άρθρο 5 εξειδικεύει ότι «πάσαι αι εν Αγίῳ Όρει μοναί ως Πατριαρχικαί και Σταυροπη­γιακαί υπάγονται υπό την πνευματικήν δικαιοδοσίαν της Μεγάλης του Χριστού Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, μη επιτρεπομένου ουδενός άλλου μνημοσύνου πλην του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου. –Εις ουδένα δε ετερόδοξον ή σχισματικόν επιτρέπεται η εν Αγίῳ Όρει εγκαταβίωσις». Τέλος στο άρθρο 184 ΚΧΑΟ έχουμε μία πρόβλεψη εξασφαλιστική θα έλεγα του παραπάνω κανόνα: «πάσα προσηλυτιστική και προπαγανδιστική ενέργεια ηθική, θρησκευτική, εκκλησιαστική, κοινωνική, εθνικιστική και οιασδήποτε άλλης φύσεως τοιαύτη εν Αγίῳ Όρει απαγορεύεται απολύτως επί ποινή απελάσεως».

Τά σημαντικότερα στοιχεία, πού χαρακτηρίζουν αυστηρά τον ενιαίο αυτοδιοικούμενο οργανισμό του Αγίου Όρους, τήν αγιορειτική κοινότητα, είναι τα εξής δύο: α) το στοιχείο της μίας κρατικής κυριαρχίας, δηλαδή ότι ο Άθως ανήκει στο Έλληνικό Κράτος και το, τελούν σε πλήρη συνάφεια μαζί του, στοιχείο της μίας ιθαγενείας, δηλ. ότι όλοι οι μονάζοντες σ’ αυτόν αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια άνευ ετέρου καί β) το στοιχείο της μίας πνευματικής δικαιοδοσίας, δηλαδή ότι αυτή η κοινότητα υπάγεται εκκλησιαστικά σε μία και μόνη αυτοκέφαλη ορθόδοξη εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Εύκολα μπορεί να προσέξει κανείς, ότι τα στοιχεία αυτά διατυπώνονται με την ίδια ενάργεια στη συνταγματική διάταξη περί Αγίου Όρους, ώστε να καθίσταται προφανές, ότι τους προσδίδεται ισάξια βαρύτητα. Η κρατική κυριαρχία προβλέπεται «άθικτη» καί η πνευματική δικαιοδοσία «άμεση», ενώ είναι χαρακτηριστικό, ότι προβλέπονται στο ίδιο επίπεδο η αρμοδιότητα του Πατριαρχείου και του Κράτους να κυρώνουν τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους από την μία και να εποπτεύουν για την τήρηση των αγιορειτικών καθεστώτων από την άλλη (με διαφορετικό αντικείμενο ο καθένας). Αυτή η σύζευξη σηματοδοτεί πολύ ζωηρά την πνευματική δικαιοδοσία, αφού την θέτει στην ίδια περιοπή με την αυτονόητη, την αδιαμφισβήτητη κρατική κυριαρχία.

Κανένα λοιπόν από τα παραπάνω στοιχεία (κρατική κυριαρχία και εκκλησιαστική δικαιοδοσία) δεν είναι δυνατόν να τεθεί εν αμφιβόλῳ: η αγιορειτική κοινότητα ως όλον ή επί μέρους κοινότητα ή κοινότητές της (μονές), όπως δεν δικαιούται να αμφισβητήσει την ελληνική κυριαρχία και τις νόμιμες εκδηλώσεις της περί Αγίου Όρους ή να επιλέξει άλλη κυριαρχία πέραν αυτής, έτσι ακριβώς και δεν δικαιούται να αμφισβητήσει την πνευματική δικαιοδοσία της συγκεκριμένης Ἐκκλησίας και τις δικές της νόμιμες και κανονικές εκδηλώσεις περί Αγίου Όρους ή να επιλέξει άλλη τέτοια δικαιοδοσία.

Ο συντακτικός νομοθέτης λοιπόν θέλησε να εξασφαλίσει στη συγκεκριμένη περιοχή μία αδιατάρακτη ενότητα, όπως υπό το ένα κράτος, έτσι και υπό μία Εκκλησία. Μπορούμε να μιλήσουμε για μία συνταγματική αρχή της ενότητος του Αγίου Όρους. Το ίδιο και ο ΚΧΑΟ. Η συνταγματική δε και καταστατική αυτή αρχή της ενότητος εξειδικεύεται με κάποιους επιπλέον ορισμούς, μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα θέση κατέχουν η κοινή διοίκηση, η απαγόρευση εγκαταβιώσεως σχισματικών, ετεροδόξων κ.λπ., και η απαγόρευση προσηλυτισμού και προπαγάνδας πάσης φύσεως.

Η «ενότητα» δεν είναι όρος άνευ περιεχομένου ούτε βέβαια είναι ένας αυτοσκοπός. Υποδηλώνει ότι καθιερώνεται ταυτοχρόνως ένα συγκεκριμένο συνταγματικό και καταστατικό δικαίωμα καί μία συγκεκριμένη συνταγματική και καταστατική υποχρέωση, που αφορά κάθε μονή του Αγίου Όρους χωριστά, αλλά και, από κοινού, όλες μαζί τις μονές του. Κάθε μονή έχει δικαίωμα και υποχρέωση εκ του Συντάγματος και του ΚΧΑΟ να τηρεί τους όρους αυτής της ενότητος, και συγκεκριμένα, να κοινωνεί εκκλησιαστικά καί πνευματικά με τις άλλες μονές, και όλες οι μονές μαζί έχουν αντίστοιχο δικαίωμα και αντίστοιχη υποχρέωση να εξασφαλίζουν την διατήρηση της ενότητος και να την αποκαθιστούν εφόσον διαρρηγνύεται.

Η εκκλησιαστική ενότητα υπό την μία εκκλησία λοιπόν, ανάγεται έτσι σέ κορυφαίο στοιχείο της αυτοδιοίκησης καί κορυφαίο νόμιμο όρο της συμμετοχής κάθε μονής στην συνδιοίκηση του τόπου. Είναι αδιανόητο να υπάρξει λειτουργία της μοναστικής κοινότητος του Αγίου Όρους ‐καί ιδίως των κοινών συλλογικών του οργάνων καί κοινή διοίκηση των υποθέσεών του χωρίς νά προϋπάρχει πλήρης εκκλησιαστική ενότητα.

Αν μία ή περισσότερες μονές, διακόψουν την κοινωνία με τις υπόλοιπες, διασπάται το στοιχείο της ενότητος και συνεπώς ενεργοποιείται το συλλογικό κοινό δικαίωμα και η αντίστοιχη υποχρέωση όλων των άλλων μονών, να αποκαταστήσουν την ενότητα.

Στό σημείο αυτό θα ήθελα με έμφαση να πώ, ότι τόσο η συνταγματική διάταξη όσο και ο Καταστατικός Χάρτης εκπορεύθηκαν και διαμορφώθηκαν από τη συστηματική προσπάθεια πρό πάντων των ίδιων των αγιορειτών στα πρώτα δεκαπέντε χρόνια της ελληνικής κυριαρχίας με κατάληξη τα έτη 1924‐1926. Δεν είναι μία ξένη προς το Αγιον Όρος σκέψη που γέννησε τις ρυθμίσεις αυτές. Είναι η ίδια η αγιορειτική σκέψη, φορέας μιας πλούσιας εμπειρίας αρκετών προηγουμένων ρυθμίσεων μέσα στην οθωμανική δικαιική τάξη αλλά και των τότε πρόσφατων ζωηρών βλέψεων της τσαρικής Ρωσίας, που επέλεξε και προκάλεσε την θέσπιση των παραπάνω διατάξεων και περιέγραψε έτσι το πλαίσιο μέσα στο οποίο θέλησε να ζήσει και να λειτουργήσει.

Αυτά τα λίγα για την συνταγματική αρχή της ενότητας υπό ένα κράτος και μία εκκλησία, που όπως είπαμε προσδιορίζει αντίστοιχο συνταγματικό δικαίωμα και αντίστοιχη συνταγματική υποχρέωση.

Οι άνθρωποι που κατοίκησαν στη Μονή Εσφιγμένου από τις αρχές τις δεκαετίας του  ́70 αποκόπηκαν από το σώμα του Αγίου Όρους διακόπτοντας την εκκλησιαστική κοινωνία με τις άλλες Μονές, έσυραν την Μονή έξω από κάθε κοινή δραστηριότητα και κοινή αρμοδιότητα των αγιορειτικών Μονών, στέρησαν ειδικά την Ιερά Κοινότητα από την υποχρεωτική κατά το Σύνταγμα συμμετοχή της Μονής, επέμειναν να διατηρούν σε διοικητικές θέσεις άτομα παρά τις τιμωρίες που τούς είχαν επιβληθεί, επέμειναν να αναδεικνύουν σε τέτοιες θέσεις διαφόρους παρακάμπτοντας απολύτως τα κοινά όργανα του Αγίου Όρους, συνέχισαν να προσλαμβάνουν και να κείρουν μοναχούς ανθρώπους αγνώστους στην Ιερά Κοινότητα, ενώ σταθερά, η Ιερά Κοινότητα εμποδιζόταν να ασκήσει την αρμοδιότητά της να επιβλέψει την φύλαξη των κειμηλίων μέσα στη Μονή. Στην τελευταία φάση, περί το 2000 εκδηλώθηκε και μία άλλη εκπληκτική τάση προς την κατεύθυνση της πολιτείας. Οι ίδιοι άνθρωποι απαγόρευσαν σε διάφορους κρατικούς λειτουργούς τήν είσοδο στη Μονή για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, π.χ. που αφορούν την κατάσταση των μνημείων. Τέλος η προπαγάνδα κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των άλλων Μονών του όρους και ο προσηλυτισμός υπήρξε καθημερινότητα εκ μέρους τους. Όλες αυτές οι επιμέρους ενέργειες υπήρξαν απότοκες της βασικής τους επιλογής να αποσχισθούν από την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, στην οποία δεν αναγνωρίζουν ούτε το δικαίωμα να τους κρίνει. Δεν θα αναφερθώ σ’ αυτό, περιοριζόμενος στις εσωτερικές για το Αγιον Όρος διαστάσεις του προβλήματος. Άλλωστε ο καθ’ ύλην αρμόδιος Αρχιγραμμματεύς του Οικ. Πατριαρχείου είναι εδώ και προφανώς θα αναφερθεί στο θέμα.

Εύκολα μπορεί κανείς να ονοματίσει το πράγμα. Οι άνθρωποι αυτοί διέρρηξαν την ενότητα του Αγίου Όρους παραβιάζοντας με ευθύ και απόλυτο τρόπο την σχετική υποχρέωσή τους να την τηρούν. Η κατάσταση αυτή δεν είναι ανεκτή τόσο κατά τον καταστατικό χάρτη της χώρας, το Σύνταγμα, όσο και κατά τον καταστατικό χάρτη του Αγίου Όρους. Διότι, όπως είπαμε, η ενότητα είναι όρος ύπαρξης για το Αγιον Όρος.

Έχουν λοιπόν δίκιο όσοι υποστηρίζουν ότι η υπόθεση Εσφιγμένου είναι η κρισιμότερη όλων όσων αφορούν την Αθωνική Πολιτεία. Κατά τη γνώμη μου είναι μακράν η κρισιμότερη, τουλάχιστον από της εντάξεως του Άθω στην ελληνική κυριαρχία. Διότι ακριβώς αφορά αυτήν καθαυτήν την υπόσταση του Αγίου Όρους.

Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, η συναίσθηση αυτής ακριβώς της κρισιμότητος είναι που καθυστέρησε τις άλλες Μονές στην απο κατάσταση της ενότητος. Και εξηγώ τί εννοώ: Για την αντίληψη των αγιορειτών που είχαν εργασθεί επί δεκαετίες μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του  ́20 να συντάξουν καταστατικό χάρτη και είχαν αφιερώσει πολλή από την ικμάδα τους στη συνεργασία με κορυφαίους νομομαθείς της εποχής για τη συνταγματική τακτοποίηση του αγιορειτικού καθεστώτος, ας μου επιτραπεί να πω λοιπόν για την αντίληψη του αγιορείτη καταστατικού νομοθέτη αλλά και εκείνην του έλληνα συντακτικού νομοθέτη, υπήρξε αδιανόητη, λογικώς ασύλληπτη, η απόσχιση μιάς Μονής. Έτσι εξηγείται και η έλλειψη οποιασδήποτε ειδικής προβλέψεως πέραν της απαγορεύσεως εγκαταβιώσεως σχισματικών. Ήταν φυσικό λοιπόν οι αγιορείτες στο ξεκίνημα της εκδήλωσης του φαινομένου Εσφιγμένου στη δεκαετία του 1970, μετά την πρώτη αμηχανία, να δείξουν αποφασιστικότητα και σταθερότητα μεν, αλλά βασικά να επιδείξουν υπομονή και αναμονή επανόδου της Μονής στην Κοινότητα. Σε καμία στιγμή δεν τους διέφυγε ότι επρόκειτο για μία σχισματική κατάσταση, απολύτως απαγορευμένη. Αρνήθηκαν να συμπράξουν με οποιοδήποτε τρόπο στη δραστηριότητα της συγκεκριμένης ομάδας, δεν επικύρωσαν ποτέ τις αρχαιρεσίες της και δεν αναγνώρισαν ποτέ τη νομιμότητα στη λειτουργία της. Ταυτόχρονα όμως επέδειξαν μία μακρά υπομονή με την ελπίδα ότι η ενότητα θα αποκαθίστατο, και προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση κατέβαλαν αμέτρητες προσπάθειες. Ανάλογη ήταν η στάση και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ενώ η ελληνική πολιτεία βασικά υπήρξε απλός παρατηρητής. Και μόνο όταν το πράγμα έλαβε χαρακτηριστικά πραγματικής εκτροπής και εξέλιπε κάθε ελπίδα προσεγγίσεως και αποκαταστάσεως της ενότητος, τό 2002, από μεν πλευράς του Αγίου Όρους ενεργοποιήθηκε πλήρως ο μηχανισμός αυτοσυντηρήσεώς του από δε πλευράς Οικουμενικού Πατριαρχείου έγινε και ρητά ο, βέβαιος ήδη από το 1972, χαρακτηρισμός της ομάδας, ως σχισματικής. Αυτά συντελέσθηκαν αφού τηρήθηκε μία πρωτοφανής εξαντλητική διαδικασία, ώστε να μη πληγεί το ελάχιστο ουσιαστικό ή άλλο δικαίωμα και βέβαια αφού όλοι οι ένοικοι της Μονής προσκλήθηκαν για να ακουστούν. Απέκρουσαν την πρόσκληση και έτσι προέκυψε η απόφαση κατά την οποία οι ίδιοι, ως σχισματικοί αλλά και ως ασκούντες απαγορευμένη προπαγάνδα και προσηλυτισμό, στερήθηκαν παντός δικαιώματός τους σε σχέση με τη Μονή και το Αγιον Ορος, την ενότητα του οποίου επεδίωξαν και ως ένα βαθμό επέτυχαν, προσωρινά, να καταλύσουν. Η ομάδα τους διαλύθηκε και αποφασίστηκε η απέλαση όλων από τον Αθω.

Με κάπως διαφορετική διατύπωση λοιπόν αυτής που επέλεξε ο καθηγητής Τρωιάνος στην ταινία που είδαμε, η Ιερά Κοινότητα με την μνημειώδη απόφασή της του 2002, δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να τηρήσει την κορυφαία συνταγματική της υποχρέωση για την εξασφάλιση της ενότητος του Αγίου Όρους, αφού προηγουμένως εξήντλησε καθ’ υπερβολήν κάθε όριο υπομονής, αναμονής και ανοχής. Με μία δε εξίσου μνημειώδη απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας το έτος 2005, ασκώντας τον προβλεπόμενο ακυρωτικό έλεγχο, επικύρωσε πλήρως και εφ ́ όλης της ύλης, θα έλεγα, την απόφαση της Ιεράς Κοινότητος.

Η προσπάθεια ολοκληρώθηκε αμέσως μετά, με την επιλογή και ανάθεση της Μονής στη νέα αδελφότητα υπό τον Αρχιμανδρίτη π. Χρυσόστομο. H Μονή πλέον λειτουργεί κανονικά καί συμμετέχει στην Ιερά Κοινότητα, την Ιερά Επιστασία και τα άλλα κοινά όργανα και τις κοινές δραστηριότητες του Αγίου Όρους.

Βέβαια η απόφαση που αφορούσε τους σχισματικούς της Μονής Εσφιγμένου παρήγαγε μεν πλούσια αποτελέσματα σε θεσμικό επίπεδο και προσέφερε διέξοδο σε κρίσιμες εμπλοκές (λειτουργεί σε πλήρη σύνθεση επί τέλους η Ιερά Κοινότητα, λειτουργεί νομίμως επιτέλους η ίδια η Μονή), αλλά κατά τα λοιπά τα κτήρια της Μονής παραμένουν υπό κατάληψη από άγνωστο αριθμό αγνώστων ανθρώπων με γνωστούς μόνο τους ηγέτες τους. Σ’ αυτών των αγνώστων ανθρώπων τα χέρια βρίσκονται σήμερα τα κειμήλια της Μονής, τα μνημεία της, το αρχείο της, τα ἔγγραφά της.

Το Αγιον Όρος και όλοι μας όσοι ασχοληθήκαμε με την θεσμική εκκαθάριση της υπόθεσης είχαμε ελπίσει αμυδρά, ότι μετά την αμετάκλητη επικύρωση της ιεροκοινοτικής απόφασης από το Συμβούλιο της Επικρατείας, στο οποίο άλλωστε είχαν προσφύγει οι ίδιοι, οι ένοικοι της Μονής θα συναισθάνονταν την πραγματικότητα και θα επιδίωκαν κάποια συνεννόηση ή θα αποχωρούσαν μόνοι τους. Ο ηγέτης τους ερωτηθείς προηγουμένως για τις προθέσεις του σε περίπτωση αποτυχίας τους στο ανώτατο δικαστήριο είχε δώσει την συβιλλική απάντηση «θά κάνουμε ό,τι μας φωτίσει η Παναγία». Μετά την απόφαση δήλωσε «προς λύπην του ΣτΕ παραμένομεν». Φαίνεται ότι αποδίδει τώρα στην Παναγία την ευθύνη της κατάληψης της Μονής. Δεν θα το σχολιάσω φυσικά. Προτείνω απλώς σε όλους να σκεφθούν πώς λειτουργεί και τί διαστάσεις μπορεί να λάβει αυτή η μετάθεση της ευθύνης στο επέκεινα. Εν πάση περιπτώσει δυστυχώς τίθεται θέμα εφαρμογής της απόφασης. Ως γνωστόν το Αγιον Όρος δεν έχει δικό του σώμα, εκτελεστικό των διοικητικών του αποφάσεων. Τό Σύνταγμα και ο Καταστατικός Χάρτης αναθέτουν την διαφύλαξη της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας αλλά και την εκτέλεση των νομίμων αποφάσεων των αγιορειτικών διοικητικών οργάνων στον Διοικητή του Αγίου Όρους, δηλαδή στον εκπρόσωπο του Κράτους. Στον ίδιο όπως είδαμε παραπάνω ανατίθεται και η άσκηση εποπτείας νομιμότητος των αποφάσεων των αγιορειτικών αρχών.

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η απόφαση της Ι. Κοινότητος κρίθηκε αμετάκλητα ότι είναι νόμιμη, δεν έχει εφαρμοστεί ως προς την απέλαση. Δεν ελέγχθηκε ποτέ η είσοδος και έξοδος από το Αγιον Όρος των ενοίκων της Μονής, δεν επιχειρήθηκε η εκκένωση του κτηρίου της στις Καρυές που είναι κατειλημμένο από τρία περίπου άτομα. Οι μοναδικές απελάσεις που έγιναν ήσαν δυό τριών καταληψιών αυτού του κτηρίου στις Καρυές, μετά από ένα επεισόδιο του 2006, οι οποίοι ξαναμπήκαν αμέσως στο Αγιον Όρος και συνεχίζουν την κατάληψη του ίδιου κτηρίου.

Η Πολιτεία αδρανεί λοιπόν και παραλείπει μέχρι τώρα νόμιμες ενέργειες που είναι υποχρεωμένη να κάνει. Και επειδή μιλούμε για μιά υπόθεση αναμφισβήτητα ευαίσθητη, εξειδικεύω: ώφειλε να παραδώσει την Μονή στην νόμιμη διοίκησή της απομακρύνοντας αυτούς που την κρατούν υπό κατάληψη· είναι δε αυτονόητο ότι τούτο έπρεπε και πρέπει να γίνει με πλήρη σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του καθενός τους σύμφωνα με τα όσα προβλέπουν το σύνταγμα και οι σχετικοί νόμοι. Άλλωστε τόσο η Ιερά Κοινότητα όσο και η νέα αδελφότητα της Μονής δήλωσαν κατ’ επανάληψη ότι προσφέρουν φιλοξενία και φροντίδα στους γέροντες και τυχόν ανήμπορους για τους οποίους και μόνο θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα ανθρωπιστικών λόγων. Αντί όλων αυτών, η Πολιτεία μας δεν ανέλαβε καν τις κατάλληλες εκείνες πρωτοβουλίες για να τους βοηθήσει να κατανοήσουν το αδιέξοδο της κατάληψης και να τους καταστήσει σαφές ότι η ίδια είναι υποχρεωμένη και θα υλοποιήσει την απομάκρυνσή τους.

Και έτσι για την ώρα το βάρος όλο πέφτει στούς ώμους της ελληνικής δικαιοσύνης, που αντιμετωπίζει τα γεννώμενα θέματα ιδιωτικού και ποινικού δικαίου.

Η κατάσταση αυτή της μη εφαρμογής νομίμου αποφάσεως είναι εκτός του πλαισίου της νομιμότητος και συνεπώς ερμηνεύεται όχι με όρους του κράτους δικαίου αλλά με όρους του περίφημου πολιτικού κόστους και της επικοινωνίας. Ο αντίλογός μου είναι σε τρεις κατευθύνσεις: πρώτον νομίζω ότι, αντιθέτως, η εφαρμογή της απόφασης θα λειτουργήσει πολιτικά θετικά, σε μία εποχή μάλιστα στην οποία η ευνομία και η νομιμότητα είναι ζητούμενα. Δεύτερον είμαι βέβαιος ότι το διακύβευμα είναι σημαντικότερο από την εικαζόμενη πολιτική βλάβη. Τρίτον, για να επιστρέψω στο χώρο μου, εν πάση περιπτώσει μία τέτοια λογική συνιστά ήττα του δικαίου, γιατί το θέλει να διατυπώνεται απλώς αλλά να μένει ανεφάρμοστο. Είναι η ίδια λογική, που κρατά ας πούμε τα αυθαίρετα στη θέση τους, και γενικώτερα που υποθάλπει ή έστω ανέχεται ευρείες ανομίες επί σκοπώ πολιτικού οφέλους, δηλαδή με σκοπό την κάρπωση της συμπαθείας των ανόμων.

Όλη αυτή η παραδοξότητα συνιστά σαφή παραβίαση του Συντάγματος, καίρια προσβολή στην ουσία της αυτοδιοίκησης του Αγίου Όρους, καθόσον διά της μη εφαρμογής των αποφάσεών της καταργούνται στον πυρήνα τους αυτές οι αποφάσεις και απαξιώνεται απερίφραστα η αυτοδιοίκηση καθαυτήν. Και δεν γνωρίζει κανείς ποιές αποφάσεις θα ακολουθήσουν, των οποίων η εφαρμογή θα εξαρτηθεί όχι από δικαιικούς κανόνες της δημοκρατικά λειτουργούσης πολιτείας αλλά από προσωπικές διαθέσεις και εκτιμήσεις αναρμοδίων.

Η συμπεριφορά της εκτελεστικής εξουσίας γνωρίζουμε ότι αναζητεί δικαιολογία στο γεγονός της μακράς διαρκείας του προβλήματος.

Πρόκειται όμως για λογικό και νομικό λάθος. Επί πολλά έτη είχε πρόβλημα, το Αγιον Όρος. Το οποίο εργαζόταν σιωπηλά και σταθερά για την αποκατάσταση της ενότητάς του. Για όλο αυτό το διάστημα, βασικά (επουσιώδεις εξαιρέσεις δεν εξετάζονται εδώ) δεν υπήρχε απόφαση προς εκτέλεση. Δεν έχει δηλαδή επιχείρημα το κράτος από την προηγούμενη περίοδο. Η πρώτη απόφαση που ακολούθησε την εξάντληση της υπομονής και των προσπαθειών όπως είπαμε ελήφθη το 2002 και κατέστη απρόσβλητη μόλις το 2005. Καμία ελληνική κυβέρνηση δεν είχε δικαίωμα να κάνει κάτι προηγουμένως, διότι δεν ετίθετο θέμα. Αν το έκανε, θα αυθαιρετούσε. Ζήτημα αυθαιρεσίας τίθεται μόνο μετά το 2005.

Η αντισυνταγματική και ευθέως παράνομη συμπεριφορά τής εκτελεστικής εξουσίας, προσφέρεται, πιστεύω ού κατ’ επίγνωσιν, ως συνδρομή στους καταληψίες. Κι έτσι κλείνει ένας ακόμη φαύλος κύκλος από τους πολλούς που παρακολουθεί η ελληνική κοινωνία. Οι καταληψίες προκαλούν τον φόβο εκμετάλλευσης της όποιας ενέργειας της πολιτείας για την υλοποίηση τής εις βάρος τους νόμιμης απόφασης και στη συνέχεια καρπώνονται τα οφέλη, ανατροφοδοτούν τον φόβο εκμετάλλευσης κ.ο.κ. Θα μου επιτρέψετε λοιπόν να ξαναπώ αυτό που εδώ και χρόνια υποστηρίζω, ότι ο μόνος όμηρος στην υπόθεση Εσφιγμένου είναι το Αγιον Όρος και κανείς άλλος.

Για όποιον γνωρίζει στοιχειωδώς τα του Αγίου Όρους, η σημασία αυτής της εκκρεμότητας είναι οφθαλμοφανής. Και ο νοών νοείτω. Εύχομαι, μετά την ομαλοποίηση της πρωτοφανούς κατάστασης που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα, να καταστεί δυνατό στην νέα κυβέρνηση να τηρήσει τις υποχρεώσεις της και στο θέμα αυτό αναλαμβάνοντας τις πρωτοβουλίες που αρμόζουν στην περίπτωση.

Άφησα για το τέλος την αναφορά σε μία σοβαρή παρεξήγηση. Είναι πολλοί αυτοί που αισθάνθηκαν κατά καιρούς συμπάθεια για την απόσχιση της Μονής. Συχνά ακούσαμε τη φράση, «εγώ είμαι με τους Εσφιγμενίτες». Στη βάση όλων αυτών των εκδηλώσεων συμπαράστασης ανιχνεύεται η ειλικρινής ή μη, σκέψη, ότι πρόκειται για ζήτημα θρησκευτικής ελευθερίας ή, ελευθερίας στην έκφραση της γνώμης.

Ελπίζω ότι μετά τα όσα ανέφερα για την συνταγματική αρχή της ενότητας του Αγίου Όρους, ο καθείς, έστω και ο πλήρως ανυποψίαστος, θα διακρίνει το πρόβλημα στην προσέγγιση αυτήν. Ας πούμε τα πράγματα νηφάλια μεν, με το όνομά τους όμως: η θρησκευτική ελευθερία, και η ελευθερία έκφρασης της γνώμης, γενικώς κατοχυρωμένες στο Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τίθενται σε ένα ειδικό πλαίσιο όταν πρόκειται για το Άγιον Όρος, πλαίσιο που καθορίζεται από το ειδικό καθεστώς του. Το Άγιον Όρος δεν είναι τόπος ενός γενικού θρησκευτικού πειραματισμού των μοναχών του, αλλά τόπος μοναστικής άσκησης ορθοδόξων μοναχών ανηκόντων σε μία Εκκλησία. Έτσι επέλεξαν οι αγιορείτες ανέκαθεν, έτσι εθέσπισε και η συντεταγμένη ελληνική πολιτεία. Καί το έπραξαν επειδή έτσι έζησε καί έτσι επέζησε το Αγιον Όρος στην υπερχιλιετή ιστορία του. Βεβαίως ο κάθε μοναχός είναι ελεύθερος να φρονεί και να πράττει διαφορετικά, να ενταχθεί σε άλλο Πατριαρχείο ή Εκκλησία, να υπαχθεί σε άλλο δόγμα, να αλλάξει θρήσκευμα, να γίνει άθεος κ.λπ. κ.λπ., στην περίπτωση αυτή όμως πρέπει να αποχωρήσει από το Όρος για να ασκήσει την δραστηριότητά του οπουδήποτε εντός της ελληνικής επικρατείας με τις εγγυήσεις του συντάγματος, της ευρωπαϊκής και της εσωτερικής νομοθεσίας. Και να αφήσει το Αγιον Όρος να συνεχίσει την πορεία του ενωμένο και ενιαίο.