30 Νοεμβρίου 2014

Η θέση και οι ενέργειες της Ιεράς Κοινότητος σε σχέση με το ζήτημα της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου

ΕΣΠΕΡΙ∆Α ΣΤΗΝ Ι.Μ. ΠΕΝΤΕΛΗΣ, 30-11-2014, με θέμα:
«Το σχίσμα στην ορθόδοξη Εκκλησία: Η περίπτωση της Ι.Μ. Εσφιγμένου»

Εισήγηση εκπροσώπου Ιεράς Κοινότητος Αγίου Όρους, γέροντος Νικοδήμου Λαυριώτη:
Η θέση και οι ενέργειες της Ιεράς Κοινότητος εν σχέσει με το ζήτημα της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου

Το θέμα της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου έχει εκκαθαρισθεί από απόψεως εκκλησιαστικής, κανονικής, νομικής, θεσμικής. ∆εν υφίσταται εν σχέσει με αυτό καμία εκκρεμότης αυτής της υφής. Αντιμετωπίζουμε βεβαίως εισέτι την άρνηση των κατόχων των μοναστηριακών κτηρίων να τα παραδώσουν, σταδιακώς όμως ολοκληρώνονται οι δικαστικές διαδικασίες για την παραλαβή τους.

Η προσπάθεια που καταβάλλουν οι παρανόμως κατέχοντες τα κτίρια της Μονής προκειμένου να επιβάλλουν την παρουσία τους εντός του Αγίου Όρους εντοπίστηκε και περιγράφηκε εξ αρχής από την Ιερά Κοινότητα: ταραχώδης δημοσιογραφικός και επικοινωνιακός θόρυβος προς πρόκληση της συμπαθείας του κόσμου. Η Ιερά Κοινότης ετήρησε σταθερά και εξακολουθεί να τηρεί σιγή και τοποθετείται μόνον εν εκτάκτω ανάγκη, προκειμένου να μη δώσει τροφή και συνέχεια στην ίδια απάδουσα τακτική, αλλά και προκειμένου να μη σκανδαλίσει τον απλό κόσμο, καταγγέλλοντας ατοπήματα διαπραττόμενα, ως μη ώφειλε, σε Τόπο Ιερό. Προσευχόμεθα νυχθημερόν και έχουμε ήσυχη την συνείδηση και βαθύτατη την πίστη, ότι αργά ή γρήγορα ο Πανάγαθος Θεός και η Έφορος του Αγιωνύμου Τόπου Υπεραγία Θεοτόκος θα αποκαταστήσουν την αλήθεια και ότι το Άγιον Όρος θα εξέλθει κραταιωμένο από τον συγκεκριμένο δόλιχο, όπως συνέβη σε τόσες και τόσες κρισιμότερες στιγμές της ιστορίας του.


Υπό την ιδιότητά μου του μέλους της Ιεράς Κοινότητος έχω την τιμή να συμμετέχω στην σημερινή εκδήλωση αποδεξάμενος την πρόσκληση των πατέρων της νομίμου αδελφότητος της Μονής, που διακονούν ευδοκίμως από το 2005 σηκώνοντας κυριολεκτικά τον σταυρό του μαρτυρίου λοιδορούμενοι και συκοφαντούμενοι με τον προαναφερθέντα δημοσιογραφικό και επικοινωνιακό θόρυβο. Τους ευχαριστώ για την πρόσκληση και δηλώνω ότι την αποδέχθηκα εκθύμως, διότι μου φάνηκε ότι στο πλαίσιο μιας τέτοιας εκδηλώσεως είναι δυνατή η νηφάλια παρουσίαση της αντιλήψεως και των ενεργειών του Αγίου Όρους για την αντιμετώπιση του προβλήματος της πολυπλάγκτου και πολυτάλαινος Μονής του Εσφιγμένου αλλά και των στοιχείων του συγκεκριμένου συγχρόνου σχίσματος.

Η Ιερά Μονή Εσφιγμένου είναι μία από τις είκοσι κυρίαρχες Βασιλικές, Πατριαρχικές και Σταυροπηγιακές Μονές του Αγίου Όρους με μεγάλη ιστορία από τους βυζαντινούς μέχρι τους νεωτέρους χρόνους, έχοντας μάλιστα αναδείξει και μεγάλους αγίους της Εκκλησίας μας και άλλες σημαντικές μορφές, ένα πραγματικό καύχημα της Αγιωνύμου Πολιτείας. Μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες ήταν φημισμένη ως ένα από τα καλύτερα, αυστηρότερα και παραδοσιακότερα κοινόβια του Αγίου Όρους.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μία κυρίαρχη Μονή του Αγίου Όρους, πέραν ενός τόπου ενασκήσεως μοναχών, έχει όλως ηυξημένα δικαιώματα και υποχρεώσεις, που της δόθηκαν ακριβώς για να προστατευθεί δια μέσου των αιώνων η αδιατάρακτη άσκηση των μοναχών σε αυτήν. Αποτελεί λοιπόν Νομικό Πρόσωπο ∆ημοσίου ∆ικαίου που ασκεί δημόσια εξουσία και χαίρει πολλαπλών προνομίων και πλεονεκτημάτων που απορρέουν από το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους, ενώ είναι επιφορτισμένο και με ανάλογες πνευματικές και διοικητικές ευθύνες.

Η Ιερά Μονή Εσφιγμένου, με τις πράξεις των κατεχόντων αυτήν, είχε εκπέσει σε πρωτοφανή στην ιστορία της δραματική κατάσταση, δηλαδή κατ' ουσίαν είχε πλέον περιέλθει εις τάξιν Κελλίου, καθώς δεν πραγμάτωνε ευθύνες και αρμοδιότητες κυριάρχου αγιορειτικής Μονής, ενώ το νομικό Πρόσωπο της Μονής δεν ελειτούργει, έχοντας καταστεί ανυπόστατον. Αδελφότητα της Μονής πλέον δεν υπήρχε. Το κτίριο της Μονής κατείχε παράνομα μία ομάδα προσώπων, τα οποία εξ ιδίας ευθύνης δεν αποτελούσαν αγιορείτας μοναχούς και τα οποία διέπρατταν σφετερισμό εξουσίας και εν τέλει πλήθος άλλων ποινικών αδικημάτων. Θέλουμε να επισημάνουμε ότι η κατάσταση αυτή, εκτός από τη ζημία αυτής καθ' αυτήν της Μονής, αποτελούσε και σοβαρότατη απειλή κατά του ιδίου του Αγίου Όρους.

Είναι κοινή συνείδηση των αγιορειτών, αλλά και της ιστορικής και νομικής επιστήμης, ότι το Άγιον Όρος οφείλει κατά μέγα μέρος την επιβίωση και διατήρηση του εν ακμή δια μέσου δώδεκα αιώνων στην πρόνοια της Υπεραγίας Θεοτόκου να το προικίσει και με ειδικό καθεστώς αυτοδιοικήσεως, το οποίο είναι ενιαίο για ολόκληρη τη χερσόνησο, έτσι ώστε να μιλάμε για «Άγιον Όρος» και όχι απλώς για άθροισμα Μονών. Αυτή είναι η διαφορά, η μοναδικότητα και το πλεονέκτημά του σε σχέση με άλλα λίαν αξιόλογα μοναστικά κέντρα, όπως λ.χ. των Μετεώρων, ή παλαιότερα του Ολύμπου της Βιθυνίας. Θεμελιώδης επομένως συστατική έννοια του Μοναστικού μας Κέντρου είναι η αρχή της εκκλησιαστικής και διοικητικής ενότητος και κοινωνίας πασών των αγιορειτικών Μονών.

Συγκεκριμένα η εκκλησιαστική ενότης και κοινωνία περιγράφεται με την κοινή υπαγωγή στην άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, υπό την ανώτατη εποπτεία του οποίου τελεί η ακριβής τήρηση των αγιορειτικών καθεστώτων κατά το πνευματικό μέρος, ενώ δεν επιτρέπεται άλλο μνημόσυνο πλην του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου. Οι κυρίαρχες Μονές οφείλουν να έχουν πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ τους και να συμμετέχουν σε κοινές τελετές και λατρευτικές συνάξεις.

Η διοικητική ενότης και κοινωνία περιγράφεται με την υποχρεωτική συμμετοχή των κυριάρχων Μονών στα κοινά διοικητικά όργανα (Ιερά Κοινότης, Ιερά Επιστασία κλπ) και συμμόρφωση προς τις επιταγές του Καταστατικού Χάρτη Αγίου Όρους (Κ.Χ.Α.Ο.) για τις σχέσεις μεταξύ Ιεράς Κοινότητος και Ιερών Μονών και προς τις αποφάσεις και τους κανόνες που ψηφίζουν τα αρμόδια κοινά όργανα.

Πρόκειται περί ενιαίας θρησκευτικής Κοινότητος, στην οποία συμμετέχουν ως μόνιμα μέλη της όσοι εντάσσονται ελευθέρως σε αυτήν και ζουν και ενεργούν σε πλήρη κοινωνία με τους υπολοίπους. Οποιοσδήποτε άνθρωπος βεβαίως έχει το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, επομένως και το δικαίωμα να μη αποδέχεται την κοινωνία με τα άλλα μέλη της Κοινότητος, αλλά τότε το ειλικρινές και έντιμον είναι να εγκαταλείψει ελευθέρως την Κοινότητα. Έτσι στην περίπτωση του Αγίου Όρους για να προστατευθεί ο εξ ολοκλήρου Ορθόδοξος μοναστικός χαρακτήρας του, το Σύνταγμα και ο Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Όρους απαγορεύουν την εγκαταβίωση ετεροδόξων ή σχισματικών. Έχοντας υπ όψιν τα παραπάνω καταλαβαίνει κανείς ότι στο Άγιον Όρος δεν υπάρχουν, με την έννοια που ισχύουν αυτά για τους εγκαθισταμένους στην υπόλοιπη ελληνική επικράτεια, ανεξιθρησκία ή εξατομικευμένη θρησκευτική ελευθερία, αλλά μάλλον προστατεύεται απολύτως η θρησκευτική ελευθερία του Αγίου Όρους ως συνόλου, δηλ. το δικαίωμά του να αποτελεί ενιαία θρησκευτική Κοινότητα με συγκεκριμένο ενιαίο τρόπο του θρησκεύειν.

Η διάρρηξις της ενότητος (εκκλησιαστικής και διοικητικής) του Αγίου Όρους είναι αδιανόητη για το αγιορειτικό καθεστώς, γιατί προκαλεί πλήρη εμπλοκή στη θεσμική λειτουργία του και εν τέλει προσβάλλει την υπόστασή του. Το ζήτημα έχει σοβαρότατες θεσμικές, πνευματικές, εκκλησιαστικές αλλά και εθνικές διαστάσεις, γιατί εάν γίνει αποδεκτή η δυνατότητα Μονής να αποκόπτεται από τις άλλες για λόγους που αυτή μονομερώς επικαλείται, τότε εύλογα και άλλοι θα μπορούσαν να επικαλεσθούν λόγους πίστεως, συνειδήσεως, εθνικούς κλπ. να αποκόψουν τις Μονές και να προσχωρήσουν ανενόχλητα σε άλλες εκκλησιαστικές ή εθνικές δικαιοδοσίες, με καταστροφικές συνέπειες για το Άγιον Όρος, την Εκκλησία και την εδαφική κυριαρχία της χώρας μας. Για το λόγο αυτό απαγορεύεται απολύτως οποιαδήποτε μεταβολή του αριθμού των είκοσι κυριάρχων Ιερών Μονών του Αγίου Όρους.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 προκλήθηκε αναταραχή στο Άγιον Όρος λόγω των οικουμενικών «ανοιγμάτων» του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μεταξύ των λοιπών διαμαρτυριών εφαρμόσθηκε και η προσωρινή διακοπή του μνημοσύνου του τότε Οικουμενικού Πατριάρχου από πλειάδα Ιερών Μονών, χωρίς ωστόσο καμία από αυτές να αποκοπεί από την εκκλησιαστική κοινωνία με τις άλλες κυρίαρχες Μονές και με την Ορθόδοξη Εκκλησία, ούτε βεβαίως και να προσχωρήσει σε άλλη εκκλησιαστική δικαιοδοσία, πράγματα πού, όπως είπαμε, απαγορεύονται απολύτως. Μοναδική αρνητική εξαίρεση δυστυχώς αποτέλεσε τότε η Ιερά Μονή Εσφιγμένου, στην οποία τότε εισήλθαν από τον κόσμο άνθρωποι ξένοι προς το αγιορειτικό φρόνημα και επέβαλαν τις απόψεις τους με απώτερο σκοπό την «άλωση» όσο το δυνατόν περισσοτέρων μονών. Το αποτέλεσμα ήταν να προβεί η Μονή στην αποκοπή της από τον αγιορειτικό κορμό, πράγμα άτοπο και ανεπίτρεπτο για το υπερχιλιόχρονο αγιορειτικό καθεστώς.

Έτσι πέραν της απλής διακοπής του μνημοσύνου του Οικουμενικού Πατριάρχου, η Μονή διέκοψε από τότε και μέχρι σήμερα την εκκλησιαστική κοινωνία με όλες τις άλλες αγιορειτικές Μονές και με όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, ενώ προσεχώρησε σε πλήρη και αποκλειστική εκκλησιαστική κοινωνία με μία από τις παρατάξεις των λεγομένων Γ.Ο.Χ., οι οποίες, σημειωτέον, παρατάξεις δεν έχουν εκκλησιαστική κοινωνία ούτε μεταξύ τους. Από τότε στη Μονή δεν γινόταν δεκτός για εγκαταβίωση παρά μόνον όποιος δεχόταν εκκλησιαστική κοινωνία αποκλειστικά και μόνο με την παράταξη αυτή, ενώ οι υπόλοιποι εδιώκοντο. Η αποκοπή λοιπόν αυτή εκδηλώθηκε το 1972 με την άρνηση του Αντιπροσώπου της Μονής να συμμετάσχει στις κοινές τελετές στον Ιερό Ναό του Πρωτάτου, αλλά ακόμη και στην μικρή απλή και ταπεινή προσευχή των Αντιπροσώπων προ της ενάρξεως των συνεδριάσεων της Ιεράς Κοινότητος. Μετά την κατ' επανάληψιν διαπίστωση των ανωτέρω η Ιερά Κοινότης, ως πρώτο μέτρο, απέπεμψε προσωρινά τον Αντιπρόσωπο, παρακαλώντας και αναμένοντας την επιστροφή της Μονής στην κανονική τάξη. Αυτή η επιστροφή δεν συντελέσθηκε ποτέ, αλλά μάλλον οριστικοποιήθηκε η αποκοπή, όχι μόνον εκκλησιαστική αλλά και διοικητική. Η Μονή, παρά τις κατ' επανάληψιν προσκλήσεις της Ιεράς Κοινότητος, δεν απέστειλε εφεξής Αντιπρόσωπο (πλην μιας Εκτάκτου ∆ιπλής Ιεράς Συνάξεως [Ε.∆.Ι.Σ.] του 1973) ή Επιστάτη, δεν συμμετείχε σε καμία κοινή δραστηριότητα, αλλά και δεν επέτρεψε την άσκηση αρμοδιοτήτων της Ιεράς Κοινότητος σε αυτήν.

Σε μία προσπάθεια να συγκρατήσει την καταστροφική πορεία της Μονής, η Ιερά Κοινότης προέβη από το 1974 σε αποφάσεις απελάσεως μόνον του Ηγουμένου και των Επιτρόπων της Μονής, οι οποίοι έκτοτε απώλεσαν την ιδιότητα του αγιορείτου μοναχού. Αυτοί κατεφρόνησαν τις αποφάσεις της Ιεράς Κοινότητος (τακτική που καθιερώθηκε απαρεγκλίτως από τότε μέχρι προσφάτως) και συνέχισαν να προβαίνουν σε πράξεις διοικήσεως και διαχειρίσεως της Μονής. Από τότε η διοίκηση της Μονής εισήλθε σε καθεστώς παρανομίας και το Άγιον Όρος δεν αναγνώρισε αυτήν την διοίκηση ποτέ, θεωρώντας και τις όποιες πράξεις της ανυπόστατες. Με το αυτό καθεστώς παρανομίας έγιναν και δύο εκλογές «ηγουμένων» το 1975 και το 1999, που φυσικά δεν αναγνωρίσθηκαν ποτέ από το Άγιον Όρος. Επίσης μη υπαρχούσης νομίμου διοικήσεως της Μονής κατά τον Κ.Χ.Α.Ο. έγιναν παράνομες και ανυπόστατες προσλήψεις νέων μοναχών και έτσι μετά την αποβίωση των παλαιών κανονικών μοναχών δεν υπήρχε πλέον αδελφότης της Μονής, παρά μόνον μία ομάδα προσώπων που κατέχουν το κτίριο της Μονής. Παρακαλώ να προσεχθεί ιδιαιτέρως ότι όλοι αυτοί οι ταλαίπωροι άνθρωποι που προσήλθαν και ρασοφόρεσαν, εν γνώσει τους αποδέχθηκαν ένα καθεστώς ανομίας και αντικανονικότητος, είχαν απόλυτη συνείδηση ότι το Άγιον Όρος δεν τους εγγράφει στα κεντρικά μοναχολόγια και δεν τους αναγνωρίζει παντάπασιν και ότι εντέλει δεν είχαν κανένα δικαίωμα να εγκαταβιώσουν εκεί. Η ομάδα αυτή συγκέντρωνε λοιπόν όλα τα χαρακτηριστικά «ιδιαιτέρας αδελφότητος», που απαγορεύει ρητά ο Κ.Χ.Α.Ο. (άρθ. 183), και ησχολείτο επίσης επιμελώς με την προσέλκυση και άλλων στο φρόνημά τους, πράγμα που επίσης απαγορεύεται (άρθ. 184). Υπό την έννοια αυτή όλοι αυτοί οι άνθρωποι αποτελούν κλασικές περιπτώσεις σχισματικών, κάτι πού έτι μάλλον απαγορεύεται απολύτως από το Σύνταγμα της χώρας (άρθ. 105) και τον Κ.Χ.Α.Ο. (άρθ. 5). Και δεν ήταν μόνον αυτά.

Παράλληλα οι ίδιοι δεν επέτρεπαν τον έλεγχο των κτιρίων και κειμηλίων της Μονής από τις αρμόδιες αρχές, αρνούμενοι τρόπον τινά την κυριαρχίαν του Ελληνικού Κράτους και την ισχύ των σχετικών νομοθετικών διατάξεων, αλλά και επίσης δεν επέτρεπαν την άσκηση της εποπτείας της Ιεράς Κοινότητος επί των κειμηλίων, κατά παράβασιν των σχετικών διατάξεων. Ταυτόχρονα προέβαιναν σε πράξεις διαχειρίσεως της κινητής και ακινήτου περιουσίας της Μονής, παρόλο που έλλειπαν τα κατά τον Κ.Χ.Α.Ο. προς τούτο νόμιμα όργανα, διαπράττοντας σφετερισμό εξουσίας και τα συναφή αδικήματα.

Επί τριάντα χρόνια το Άγιον Όρος δεν αναγνώρισε ποτέ την παρανομία τους, παρά ταύτα όμως επεδείκνυε και ανοχή, με την ελπίδα της επιστροφής τους στην κανονική αγιορειτική τάξη, μη ασκώντας ποτέ βία κατ' αυτών, αλλά μάλλον εξυπηρετώντας φιλανθρώπως και τις ανάγκες τους ως φυσικών προσώπων, πράγμα για το οποίο εισέπραξε εν τέλει πικρή αγνωμοσύνη. Έγιναν αναρίθμητες προσπάθειες προσεγγίσεως και από την πλευρά του Αγίου Όρους αλλά και από την πλευρά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, χωρίς αποτέλεσμα.

Στο διάστημα αυτό υφήρπε παράλληλα και μία κρυφή σκοπιμότης, δηλ. της εκμεταλλεύσεως της επιδεικνυομένης επιεικείας των αγιορειτών, προκειμένου να κερδηθεί αναγνώρισις και νομιμοποίησις της παρανόμου καταστάσεως. Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα στο θέμα της εισπράξεως της ετήσιας οικονομικής χορηγίας που δίδει το κράτος στις αγιορειτικές Μονές. Από το 1995 περίπου λοιπόν παρατηρήθηκε μία ενίσχυση της τάσεως αυτής, η οποία κορυφώθηκε μετά την ανάδειξη ως ηγέτου τους του νέου «Ηγουμένου» Μεθοδίου το 1999, ο οποίος διακρίνεται από έναν πρωτοφανή μαξιμαλισμό και φανατισμό, οπότε και διεφάνη καθαρά ότι δεν υπήρχε πλέον η παραμικρή ελπίδα επιστροφής στην κανονική αγιορειτική τάξη, αλλά υπεστηρίζετο πλέον ρητά η διεκδίκηση αναγνωρίσεως, πράγμα που κατέστρεψε οριστικά οποιαδήποτε προσέγγιση και διάλογο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η τελευταία συνάντηση που είχαμε ως ιεροκοινοτική επιτροπή με εκπροσώπους των κατεχόντων την Μονή, περί το έτος 2000 αν θυμούμαι καλώς, ήταν αυτή κατά την οποία ο ανωτέρω π. Μεθόδιος δεν προσήλθε, δίνοντας την εντολή στους εκπροσώπους του να μεταφέρουν αλαζονικά εκ μέρους του ότι για να προσέλθει σε συζήτηση απαιτεί να του απευθυνθεί επίσημο έγγραφο είτε της Ιεράς Κοινότητος είτε της ∆ιοικήσεως Αγίου Όρους, με το οποίο να προσφωνείται ως «Αρχιμανδρίτης» και «Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου». Αυτή ήταν και η οριστική διακοπή οποιασδήποτε προσπάθειας συνεννοήσεως.

Η Ιερά Κοινότης αναγκάσθηκε, προκειμένου να προστατεύσει το Ιερόν Καθίδρυμα της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου αλλά και το αγιορειτικό καθεστώς, να μη παρέχει στην ομάδα αυτή πράγματα που δεν δικαιούται νόμιμα, για να μη χρησιμοποιείται αυτό ως έμμεση αναγνώριση. Από τότε άρχισε με χαρακτηριστική αχαριστία η οργανωμένη τακτική αλλοιώσεως της πραγματικότητος, καθώς οι εκ της Μονής ανεφέροντο σκοπίμως σε φανταστικά «σκληρά μέτρα» και παρουσίαζαν την Ιερά Κοινότητα ως δήμιο και εαυτούς ως μάρτυρας, προσκαλώντας μάλιστα σε αντίδραση τους φίλους και υποστηρικτές τους, οι οποίοι και δημιουργούσαν κατά περιόδους ανάλογες ταραχές, όπως ακριβώς και σήμερα.

Μετά την διαπίστωση της οριστικής αρνήσεως για επιστροφή και του πλήρους προσανατολισμού προς την κατεύθυνση της αξιωματικής διεκδικήσεως αναγνωρίσεως, το Άγιον Όρος, με γνώμονα την αγάπη για τον Θεό και τον άνθρωπο, αισθάνθηκε ότι η ιστορία και η αποστολή του το καλεί να φροντίσει με στοργή και πολύ πόνο τόσο για την ίδια την Αγιώνυμη Πολιτεία, όσο και ειδικότερα για την Ιερά Μονή Εσφιγμένου, σάρκα εκ της σαρκός του, αλλά ακόμη και για την ανάνηψη και ψυχική σωτηρία των κατεχόντων αυτήν δια της καταδείξεως της πεπλανημένης πορείας των. Αναγκάσθηκε λοιπόν να στραφεί και στην δική του νομική κατοχύρωση και προέβη σε προσεκτικές αντίστοιχες ενέργειες, έχοντας ως μοναδική του ελπίδα για ειρηνική και ομαλή επίλυση του προβλήματος και αποφυγή της ανεπιθυμήτου βιαίας επιβολής του νόμου την κατάδειξη και επίγνωση από όλους της παρανομίας, αλλά και των πραγματικών σοβαρών θρησκευτικών και εθνικών διαστάσεων του ζητήματος.

Έτσι μετά από βαθιά μελέτη του θέματος και την εκπόνηση πλήρους εκθέσεως, κατηρτίσθη εκτενέστατη γνωμοδοτική μελέτη επιφανών νομικών, ελήφθησαν μετά σοβαρότητος και συνέσεως αποφάσεις της Ε.∆.Ι.Σ. και εν συνεχεία εδρομολογήθησαν οι απαραίτητες νομικές διαδικασίες για την λήψη εκείνων των αποφάσεων που προβλέπουν το Σύνταγμα και ο Κ.Χ.Α.Ο., προκειμένου να παραχθούν τα έννομα αποτελέσματα που θα σταματήσουν κάθε διεκδίκηση εις βάρος του Αγίου Όρους. Τον Νοέμβριο του 2002 κατεβλήθη υστάτη προσπάθεια συνεννοήσεως και επεδόθησαν προσωπικές κλήσεις προς το καθένα από τα μέλη της «αδελφότητος», προκειμένου να τους δοθεί το δικαίωμα της ακροάσεως. Αυτοί εντελώς αδικαιολόγητα δεν αξιοποίησαν την ευκαιρία να αναπτύξουν τις απόψεις τους και να έλθουν σε στοιχειώδη επίσημη προσωπική επικοινωνία με τις Ιερές Μονές μέσω των Αντιπροσώπων τους, έκλεισαν τις πύλες της Μονής, αρνήθηκαν να παραστούν ενώπιον της Ιεράς Κοινότητος και αντ' αυτού απέστειλαν πανομοιότυπες εξώδικες υβριστικές απαντήσεις εντελώς ατόπου περιεχομένου. Παράλληλα οργανώθηκε νέα έξαρση ψευδολογίας και παραπληροφορήσεως, παρουσιάζοντας την κλήση προς ακρόαση (δηλ. την παροχή επωφελούς γι' αυτούς δικαιώματος) ως διωγμό χάριν της πίστεως, κατά τρόπο τελείως παράλογο, εκτοξεύοντας απίστευτες διαβολές και αφήνοντας μάλιστα να διαρρέουν και τρομοκρατικές απειλές εις βάρος των Μονών του Αγίου Όρους.

Με τον τρόπο αυτόν επιβεβαιώθηκε απλώς η αμετανόητος και οριστική αποκοπή και η χαώδης απόσταση των προσώπων αυτών από τον κορμό του Αγίου Όρους, αλλά και διαπιστώθηκε επίσημα η σύμπηξη απαγορευμένης «ιδιαιτέρας αδελφότητος» που ασκεί, απαγορευόμενα επίσης επί ποινή απελάσεως, προσηλυτισμό και προπαγάνδα.

Παράλληλα το Σεπτό Οικουμενικό Πατριαρχείο βάσει των ιδίων παρουσιαζομένων χαρακτηριστικών επιβεβαίωσε την διαπίστωση ότι αυτοί τελούν εν σχίσματι και με Πατριαρχική Συνοδική Απόφαση κήρυξε σχισματικούς όλα τα μέλη της απαγορευμένης αυτής «αδελφότητος».

Με βάση όλα αυτά η Ιερά Κοινότης προέβη εν τέλει σε εμπεριστατωμένη διοικητική πράξη απελάσεως των ανωτέρω προσώπων ονομαστικώς. Κατόπιν τούτου η Υπόθεση περιήλθε στην δικαιοδοσία της ∆ιοικήσεως Αγίου Όρους, που εξέδωσε τις κατά νόμο πράξεις περί εκτελέσεως.
Ηλπίζετο ότι θα εγίνετο αντιληπτό ότι δεν ήταν πλέον δυνατή και δεν είχε κανένα έρεισμα η συνέχιση της κατοχής μίας κυριάρχου Μονής από αυτούς (πράγμα που αφορούσε βέβαια κυρίως στους έχοντας την ηγεσία της ομάδος) και θα συνεμορφούντο στις αποφάσεις των ανωτάτων αρχών του Ιερού Τόπου πηγαίνοντας να συμβιώσουν με ομόφρονές τους οπουδήποτε αλλού, ενώ θα ανεζητείτο και κάποια λύση για όσους δεν θα ήτο δυνατόν να προβούν σε τέτοια μετακίνηση για λόγους υγείας, ηλικίας ή άλλους.

∆υστυχώς αντ’ αυτού έκτοτε μεθόδευσαν και εκτελούν μία άνευ προηγουμένου και άνευ οιασδήποτε αναστολής εκστρατεία κατά του Αγίου Όρους, της Εκκλησίας και της Ελληνικής Πολιτείας, για να σπιλώσουν και με τρόπο εκβιαστικό να αποθαρρύνουν τον τίμιο και αγνό αγώνα των αγιορειτών πατέρων υπέρ του Ιερού Τόπου τους. Έτσι χρησιμοποιώντας χωρίς φόβο Θεού όσα θεμιτά και
αθέμιτα μέσα παρέχουν οι σύγχρονες τεχνικές κατασκευής εικονικών πραγματικοτήτων, παρουσίασαν τους μεν εαυτούς των ως θύματα δήθεν διωκόμενα για την πίστη και τα θρησκευτικά τους φρονήματα, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, όλους δε τους αγιορείτες ως τυράννους και κακούργους, πράγμα που δεν σκέφθηκε να πει κανείς στην μακραίωνη ιστορία του Ιερού Τόπου και μόνο εχθροί και πολέμιοι του Αγίου Όρους θα μπορούσαν να σοφισθούν. Μέσα από όλα αυτά επιβεβαίωσαν ότι δεν έχουν την παραμικρή σχέση με το ήθος, το ύφος, το πνεύμα και την ιστορία του Αγίου Όρους και την Ορθόδοξη Μοναστική Χριστιανική Παράδοση, και ότι είναι γνήσιοι εκπρόσωποι του κοσμικού φρονήματος. Το κοινό είχε έκτοτε αρκετές φορές την ατυχία να παρακολουθήσει μία άνευ προηγουμένου θεατρική παράσταση. Οι αυτοπροβαλλόμενοι ως δήθεν γνήσιοι εκπρόσωποι του Ορθοδόξου ασκητισμού απεδείχθησαν πραγματικοί κοσμικοί αστέρες, ξοδεύοντας αφειδώς τεράστια χρηματικά ποσά, περιερχόμενοι καθημερινώς κοσμικούς τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, επιζητώντας δημοσιεύματα σε εφημερίδες και έντυπα ανεξαρτήτως ηθικής ή άλλης ποιότητος, διοργανώνοντας συνεντεύξεις τύπου σε πολυτελή ξενοδοχεία, ανοίγοντας ιστοσελίδες στο διαδίκτυο κ.ά.τ., πράγματα, τα περισσότερα από τα οποία οι Μονές, που αυτοί κατηγορούν ως δήθεν εκκοσμικευμένες, επιμελώς αποφεύγουν και ίσως ούτε σκέφθηκαν ποτέ να κάνουν. Το χειρότερο όμως ήταν το περιεχόμενο όλης αυτής της εκστρατείας: ασύστολη παραγωγή και παραπλανητική διοχέτευση εύπεπτων συνθημάτων περί διωγμών υπέρ της πίστεως κλπ, ενώ δεν πρόκειται ούτε περί διωγμών ούτε περί πίστεως, αλλά και ανοικτή δημόσια περιφρόνηση της τάξεως και των διατάξεων του Αγίου Όρους, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω.

Με όσα ανέφερα προηγουμένως ελπίζω ότι έδωσα το περίγραμμα της αντιλήψεως του Αγίου Όρους για την ενότητά του και των σκοπών και κατευθύνσεων που είχαν οι ενέργειές μας προς αντιμετώπιση μιας άκρως επικινδύνου σχισματικής καταστάσεως.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Αφού οι αποφάσεις της Ιεράς Κοινότητος επεκυρώθησαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας και αφού θεωρήθηκε ότι δεν υπάρχει αδελφότητα στην Μονή, η Ιερά Κοινότης όρισε νέα αδελφότητα υπό τον αείμνηστο Γέροντα Χρυσόστομο, η οποία και από το έτος 2005 που ανέλαβε δεν πράττει τίποτε άλλο από αυτό που της ενεπιστεύθη το Άγιον Όρος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Με την ανάληψη των καθηκόντων της νέας αδελφότητος το Άγιον Όρος εγεύθη με απερίγραπτη ανακούφιση την πλήρη αποκατάσταση της λειτουργίας του ως όλου. ∆όξα τω Θεώ η Ιερά Κοινότης λειτουργεί πλέον με Αντιπροσώπους και των είκοσι Μονών του, η γνώμη και τα θέματα της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου ακούγονται και εξετάζονται από το κοινό του Αγίου Όρους, η Λαυριωτική Επιστασία χαίρει με την συμμετοχή επί τέλους του τετάρτου μέλους της, του Εσφιγμενίτου Επιστάτου δηλαδή, το Κονάκι της Μονής στις Καρυές λειτουργείται κανονικά.

Οι άνθρωποι αυτοί, τους οποίους μέχρι το 2005 αποκαλούσαμε παρανόμως κατέχοντες, ετράπησαν πλέον σε καταληψίες των κτηρίων της Μονής. Αν υπάρχει περίπτωση, κάποτε κάποιοι από αυτούς να είχαν έναν βαθμό άγνοιας της θέσεώς τους έναντι του Αγίου Όρους, σήμερα δεν δικαιολογείται καμία άγνοια. Προσποιούμενοι ότι πιστεύουν σε όσα λέγουν, επιμένουν πεισματικά να κρατούν τα κτήρια κι μαζί με αυτά τα κειμήλια, τα ιερά λείψανα, τα πολύτιμα χειρόγραφα, το αρχείο, τα πράγματα της Μονής. Άνθρωποι εκ των οποίων κάποιοι είναι απολύτως άγνωστοι, έχουν στα χέρια τους όλα αυτά τα τιμαλφή που διατήρησαν παλιοί αγιορείτες, μερικά επί δέκα αιώνες.

Σήμερα στην φθίνουσα ομάδα της καταλήψεως, όπως πληροφορούμεθα εισέρχονται και εξέρχονται άνθρωποι αγνώστου προελεύσεως και αγνώστων στοιχείων, οι οποίοι μαζί με τους εναπομείναντες παλαιοτέρους φωνασκούν ότι διώκονται κ.λπ. εξακολουθούν δε να προβάλλουν μία εικονική πραγματικότητα διωγμού. Παρασκευάζουν εικόνες, αμέτρητες εικόνες, απλές και κινούμενες, επιδεικνυόμενες τηλεοπτικώς ή από το διαδίκτυο. Η εικονική αυτή πραγματικότητα, όσο κι αν δυστυχώς πιάνει τόπο μεταξύ των απλών ανθρώπων, εντούτοις πλέον, έχουμε την αίσθηση ότι δεν πείθει μεγάλο μέρος της κοινωνίας, η οποία έχει υπερκορεσθεί από τον σχετικό βομβαρδισμό με τα ίδια και τα ίδια.

Ευχόμεθα η προστάτις και έφορος του Αγίου Όρους Υπεραγία Θεοτόκος μετά των Αγιορειτών Αγίων να κραταιώνουν τους πατέρες της νέας και μόνης αδελφότητος της Μονής Εσφιγμένου κατά την εκτέλεση του καθήκοντος να συνεχίσουν με τον νηφάλιο και σώφρονα τρόπο που το υπηρετούν μέχρι σήμερα τόσο υπό τον αείμνηστο Γέροντα Χρυσόστομο όσο και υπό τον κατά πάντα άξιο διάδοχό του Αρχιμανδρίτη Βαρθολομαίο. Να τους βοηθήσουν δε σύντομα να παραλάβουν το Καθολικό και τα κτήρια της Ιεράς αυτών Μονής.

Ευχόμεθα ο Κύριος να μην επιτρέψει να εμφανιστεί άλλη περίπτωση τόσο δεινού σχίσματος στο ιερό σώμα του Αγίου Όρους. Και να θεραπεύσει την πληγή, διότι, Άγιοι Αρχιερείς, το Άγιον Όρος πληγώθηκε καίρια από το σχίσμα της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου.