Title

Title

2 Ιουνίου 2018

Η διακοπή της κοινωνίας με τον Επίσκοπο και όσα ορίζονται σχετικώς από τον 15ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Ἁγίας Συνόδου

Η διακοπή της κοινωνίας με τον Επίσκοπο και τα επί τούτοις ορισθέντα παρά του 15ου Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Ἁγίας Συνόδου: Θεολογική καί Κανονική Θεώρηση

Η εισήγηση του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Χριστουπόλεως κ. Μακαρίου στο 8ο Διεθνές Συνέδριο Ορθοδόξου Θεολογίας

Είναι γνωστό ότι, μετά τήν ολοκλήρωση των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, διαπιστώθηκε ένα φαινόμενο άκρως ανησυχητικό. Κάποιοι αδελφοί μας κληρικοί, κινούμενοι όχι «χάριτι θείᾳ» αλλά «ἀνθρωπίνῃ σπουδῇ», έσπευσαν να διακόψουν την κοινωνία με τον Επίσκοπό τους. Επιθυμώντας, μάλιστα, να καλύψουν και ιεροκανονικώς την αντικανονική τους αυτή ενέργεια, επικαλέστηκαν τον 15ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.

Το πολυσυζητημένο καί πολυχρησιμοποιημένο κείμενο του Κανόνα, τό οποίο χρησιμοποιείται απολύτως παρερμηνευμένο και αποκομμένο από το γενικότερο ήθος και πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας, ερμηνευτικά χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος σημειώνει τα εξής: «Τά ὁρισθέντα ἐπί πρεσβυτέρων καί ἐπισκόπων καί μητροπολιτῶν, πολλῷ μᾶλλον καί ἐπί πατριαρχῶν ἁρμόζει. Ὥστε, εἴ τις πρεσβύτερος ἤ ἐπίσκο­πος ἤ μητροπολίτης τολμήσειεν ἀποστῆναι τῆς πρός τόν οἰκεῖον Πα­τριάρχην κοινωνίας καί μή ἀναφέρειν τό ὄνομα αὐτοῦ, κατά τό ὡρισμένον καί τεταγμένον, ἐν τῇ θείᾳ μυσταγωγίᾳ, ἀλλά πρό ἐμφανείας συνοδικῆς καί τελείας αὐτοῦ κατακρίσεως σχίσμα ποιήσει, τοῦτον ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος, πάσης ἱερατείας παντελῶς ἀλλότριον εἶναι, εἰ μόνον ἐλεγχθείη τοῦτο παρανομήσας. Καί ταῦτα μέν ὥρισται καί ἐσφράγισται περί τῶν προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων καί σχίσμα ποιούντων καί τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας διασπώντων»[1].


Στο κομμάτι αυτό του κειμένου υπάρχουν κάποια σημαντικά στοιχεία τα οποία πρέπει να προσέξουμε. Κατ' αρχάς, ο κληρικός που αποκόπτει την κοινωνία του με τον Πατριάρχη τιμωρείται με την ποινή της καθαιρέσεως, όχι εξ αιτίας αυτής καθεαυτήν της διακοπής του μνημοσύνου, που αποτελεί την τελευταία πράξη ενός τραγικού εκκλησιολογικού δράματος και που εκφράζει την πνευματική ανεπάρκεια του πράττοντος, αλλά για δύο άλλους κυρίαρχους εκκλησιαστικούς και δογματικούς λόγους: Πρώτον, διότι ὁ κληρικός δεν εμπιστεύεται τη Σύνοδο της Εκκλησίας, αφού προτρέχει να καταδικάσει τον Πατριάρχη «πρό ἐμφανείας συνοδικῆς». Το γεγονός αυτό δηλώνει ότι ο ίδιος δεν έχει επίγνωση της καταστάσεώς του και των ορίων του και γι᾽ αυτό αναλαμβάνει την κρίση του Επισκόπου ανενδοίαστα, κάτι όμως που δεν εμπίπτει στις δικές του ιερατικές αρμοδιότητες. Και, δεύτερον, διότι η πράξη του αυτή κλονίζει την ενότητα της Εκκλησίας, αφού οι διακόπτοντες την κοινωνία με τον Επίσκοπο δημιουργούν σχίσμα. Σημειώνει χαρακτηριστικά ο Κανόνας: «τολμήσειεν ἀποστῆναι τῆς πρός τόν οἰκεῖον Πα­τριάρχην κοινωνίας…. καί πρό ἐμφανείας συνοδικῆς καί τελείας αὐτοῦ κατακρίσεως σχίσμα ποιήσει», ενώ η αμέσως επόμενη πρόταση κάνει λόγο «περί τῶν (κληρικῶν τῶν) προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων καί σχίσμα ποιούντων καί τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας διασπώντων».

Εξάλλου θα πρέπει να μας προβληματίσει έντονα και η χρήση του ρήματος «τολμώ», που αναφέρεται σ' αυτούς που προβαίνουν στην παύση του μνημοσύνου και της κοινωνίας. Σημειώνει ο Ιερός Κανόνας: «τολμήσειεν ἀποστῆναι τῆς πρός τόν οἰκεῖον Πα­τριάρχην κοινωνίας». Τό ἴδιο ρῆμα χρησιμοποιεῖται καί ἀπό τόν 13ο Κανόνα τῆς ἴδιας Συνόδου: «εἴ τις πρεσβύτερος ἤ διάκονος… ἀποστῆναι τολμήσοι τῆς αὐτοῦ (ἐννοεῖ τοῦ Ἐπισκόπου) κοινωνίας…», ενώ, ως γνωστόν, είχε χρησιμοποιηθεί και παλαιότερα από τους Πατέρες της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, στον 8ο Κανόνα, για να τονιστεί ότι «οἱ τολμῶντες ἀνατρέπειν τήν τοιαύτην διατύπωσιν (ἐννοεῖ τῆς ὑπακοῆς τῶν Πρεσβυτέρων πρός τούς Ἐπισκόπους)… ἔστωσαν ἀκοινώνητοι». Η χρήση, λοιπόν, του ρήματος «τολμώ» και όχι άλλων ρημάτων με λιγότερο βαρύνουσα και επιτακτική σημασία, όπως για παράδειγμα «επιχειρώ» ή «προσπαθώ», γίνεται για να αποδοκιμαστεί «το θράσος και η αναίδεια» των κληρικών αυτών, οι οποίοι, διακόπτοντας την κοινωνία τους με τον Πρώτο, διαπράττουν μία πράξη με τεράστιες εκκλησιολογικές συνέπειες.

Στην ιεροκανονική παράδοση της Εκκλησίας μας δεν επευλογούνται τέτοιες συμπεριφορές. Υπάρχουν μάλιστα, πέρα από τον 15ο Κανόνα που σχολιάζουμε, περισσότεροι από 35 άλλοι Ιεροί Κανόνες [2] που απαγορεύουν τη διακοπή κοιωνίας με τον Επίσκοπο ή αναφέρονται σε θέματα σχέσεως κληρικού με τον Πρώτο του. Οι Κανόνες αυτοί χρησιμοποιούν αυστηρότατους χαρακτηρισμούς, προκειμένου να εκφράσουν την απέχθεια και αποστροφή τους προς τέτοιες αποσχιστικές τάσεις και ενέργειες. Υπενθυμίζουμε ενδεικτικά ότι ο 31ος Κανόνας των Αποστόλων χαρακτηρίζει τους κληρικούς που καταφρονούν τον Επίσκοπό τους ως φίλαρχους και τυράννους: «εἴ τις πρεσβύτερος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου…. καθαιρείσθω ὡς φίλαρχος. τύραννος γάρ ἐστιν». Ο 8ος Κανόνας της Δ' Οικουμενικής Συνόδου τους χαρακτηρίζει ως αυθάδεις, διότι «κατά αὐθάδειαν ἀφηνιῶσι τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου». Ο 10ος Κανόνας της Καρθαγένης ορίζει καθαίρεση για τον κληρικό, ο οποίος, «φυσιότητί τινι καί ὑπερηφανείᾳ ἐπαρθείς», αποσκιρτά του ιδίου Επισκόπου, ενώ ο 11ος της Καρθαγένης χαρακτηρίζει τους κληρικούς αυτούς ως υπερόπτες, διότι «ὑπεροψίᾳ φυσιούμενοι, ἐκ τῆς τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου κοινωνίας ἑαυτούς ἐχώρισαν».

Βέβαιως, οι διακόπτοντες το μνημόσυνο βασίζονται στο δεύτερο μέρος [3] του Κανόνα, το οποίο επιτρέπει την πράξη αυτή, όταν όμως υπάρχουν συγκεκριμένες κανονικές και δογματικές προϋποθέσεις, τις οποίες ο ίδιος ο κανόνας καθορίζει. Σύμφωνα, λοιπόν, με το κείμενο του Κανόνα, «Οἱ γάρ δι᾽ αἵρεσίν τινα, παρά τῶν ἁγίων Συνόδων ἤ Πατέρων κατεγνωσμένην, τῆς πρός τόν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτούς διαστέλλοντες, ἐκείνου τήν αἵρεσιν δηλονότι δημοσίᾳ κηρύττοντος καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ᾽ ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑποκεί­σονται, πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτούς τῆς πρός τόν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλὰ καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται».

Μεγάλη σύγχυση και τεράστια πνευματική ζημία προκαλείται, όταν εστιάζουμε την προσοχή μας μόνο στο συγκεκριμένο σημείο του Κανόνα, δίχως να λαμβάνουμε υπόψη μας τα προ αυτού και, κυρίως, τα μετά τούτου ορισθέντα. Γιατί η κατ' επιλογήν χρήση του κειμένου, σε συνδυασμό με ζηλωτικές τάσεις ή, κατά το Βαλσαμώνα, σε συνάρτηση με «τήν κατά μεθοδείαν σατανικήν εἰς τήν τῶν σχισματικῶν μανίαν»[4], οδηγεί σε αντιποίηση κανονικής αρχής, η οποία, με τη σειρά της, αποτελεί τη βάση για τις μετέπειτα εκκλησιαστικές παρενέργειες.

Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο συγκεκριμένος Κανόνας τονίζει στο θεόπνευστο κείμενό του τη σημαντικότητα και αναγκαιότητα της Συνοδικής διαγνώμης και αποφάσεως σε τρία σημεία, κάτι το οποίο τελείως παραθεωρούν οι διακόπτοντες το μνημόσυνο: α. Στο πρώτο μέρος, όπου καταδικάζει τον κληρικό που διακόπτει την κοινωνία με τον Επίσκοπο «προ εμφανείας συνοδικής», που σημαίνει ότι ο κληρικός δεν έχει δικαίωμα να γνωματεύει αντί της Συνόδου, β. όταν αναφέρεται στην αίρεση, η οποία θα πρέπει να είναι «κατεγνωσμένη παρά των αγίων Συνόδων», που σημαίνει πως μόνο ό,τι έχει καθορισθεί και αποκληθεί από Σύνοδο ως αιρετικό μπορεί να αποτελέσει αιτία διακοπής κοινωνίας με τον Επίσκοπο, και γ. όταν γίνεται αναφορά στη διακοπή κοινωνίας με τον αιρετικό Επίσκοπο «προ συνοδικής διαγνώσεως», που σημαίνει ότι το θέμα έχει παραπεμφεί ήδη στη Σύνοδο, η οποία εξετάζει την περίπτωση του Επισκόπου, αλλά ακόμη δεν έχει ολοκληρώσει τη διάγνωσή της.

Μια προϋπόθεση, λοιπόν, που φαίνεται να δικαιολογεί τη διακοπή του μνηνοσύνου – και χρησιμοποιώ το ρήμα «φαίνεται», διότι, όπως θα δούμε στο τρίτο μέρος, η υπό του Επισκόπου κήρυξη αιρέσεως από μόνη της δεν αιτιολογεί τη διακοπή του μνημοσύνου – είναι η περίπτωση Επισκόπου που κηρύσσει αίρεση «κατεγνωσμένην παρά τῶν Ἁγίων Συνόδων». Η φράση αυτή εκ των πραγμάτων θέτει μια βασική εκκλησιολογική αρχή: η Σύνοδος της Εκκλησίας χαρακτηρίζει τι είναι αίρεση και τι όχι και, ακολούθως, η Σύνοδος κρίνει ποιος είναι αιρετικός και ποιος όχι. Πρόσωπα, ομάδες, κληρικοί, μοναχοί, λαικοί, οργανώσεις και συνάξεις δεν έχουν κανένα δικαίωμα και καμμία αυθεντία να κρίνουν τι είναι αίρεση και να χαρακτηρίσουν ποιος είναι αιρετικός.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και με δεδομένη τη ζηλωτική έξαρση κάποιων αδελφών μας που επικαλούνται παραβιάσεις συγκεκριμένων Κανόνων, για παράδειγμα περί συμπροσευχής με αιρετικούς και ετεροδόξους, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι σχίσμα δεν επέρχεται εξ αφορμής των παραβάσεων ή των παρεκκλίσεων από τους Ιερούς Κανόνες, αλλά όταν διακόπτεται η κοινωνία με τον τοπικό Επίσκοπο και την Κανονική Εκκλησία. Αίρεση, επίσης, δεν στοιχειοθετείται όταν δεν εφαρμόζεται μονομερώς κάποιος Ιερός Κανόνας, αλλά όταν επισήμως και πανηγυρικώς απορρίπτονται οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και γενικώς όλη η κανονική διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Να μου επιτρέψετε να δώσω ένα παράδειγμα, για να κατανοήσουμε αυτή τη μεγάλη εκκλησιολογική πραγματικότητα.

Ο 101ος Κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου[5] καταδικάζει με ποινή αφορισμού αυτούς που χρησιμοποιούν τη λαβίδα ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο για τη μετάδοση της Θείας Μεταλήψεως. Στην πραγματικότητα, όμως, η Εκκλησία, χωρίς να συγκαλέσει άλλη Οικουμενική Σύνοδο και χωρίς να καταργήσει αυτόν τον Κανόνα, άλλαξε αυτή την πρακτική. Δικαιολογείται, λοιπόν, η διακοπή της κοινωνίας του Επισκόπου, επειδή μεταδίδει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού με λαβίδα και κατά τους Θείους και Ιερούς Κανόνες είναι παραβάτης; Μπορούμε άραγε να χαρακτηρίσουμε τον Επίσκοπο που μεταδίδει τη Θεία Κοινωνία με τη λαβίδα ως αιρετικό διότι παραβιάζει τον κανόνα; Η απάντηση είναι σίγουρα αρνητική. Ωστόσο, οι διάφορες λίστες με τα παραπτώματα των Πατριαρχών και των Επισκόπων που κυκλοφορούν και μοιράζονται από τους σύγχρονους «ομολογητές της πίστεως» βασίζονται κυρίως στην παραβίαση συγκεκριμένων Κανόνων από την οποία εξάγεται ο χαρακτηρισμός του αιρετικού.

Πέραν όμως της παραβάσεως μεμονομένων Κανόνων που όπως είδαμε δεν συνιστά επιχείρημα ικανό για να χαρακτηριστεί κάποιος Ιεράρχης ως αιρεκός, ακόμη κι αν ένας επίσκοπος στη διδασκαλία του υποπέσει σε δογματικά λάθη, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αιρετικός ή ότι κηρύσσει αίρεση. Δεν πρέπει να ξεχνούμε, ότι υπάρχουν αναρίθμητα παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι οι άνθρωποι, όση αγιότητα και αν διαθέτουν, πολλές φορές κάνουν λάθη δογματικά και εκκλησιαστικά. Αλλά η Εκκλησία μας πάντοτε έδειχνε υπομονή και ανοχή, μέσα στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής οικονομίας, και συγχώρησε, παρέβλεψε, ανέπαυσε και, κυρίως, ποτέ δεν βιάστηκε να κατηγορήσει ή να αναθεματίσει, σε αντίθεση με κάποιους που σπεύδουν να κρίνουν και να επικρίνουν, πιστεύοντας μάλιστα ότι πράττουν κανονικό και θεάρεστο καθήκον.

Η περίπτωση του Ιερού Αυγουστίνου σχετικά με την περί του απολύτου προορισμού διδασκαλία αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Μάλιστα, δεν είναι αυτή η μόνη κακοδοξία που μπορούμε να συναντήσουμε στη θεολογία του. Όμως, η Εκκλησία ποτέ δεν τον κατεδίκασε επίσημα, παρότι ποτέ δεν αποδέχθηκε και την διδασκαλία του.

Παρόμοια και με την ίδια αγαπητική διάκριση κινήθηκε και ο Μέγας Αθανάσιος, όταν παρουσιάστηκαν ενώπιον της Α' Οικουμενικής Συνόδου Επίσκοποι και κληρικοί που είχαν προσχωρήσει στον Αρειανισμό. Τις θέσεις του και τις απόψεις του μπορεί εύκολα να τις μελετήσει κάποιος στην «πρός Ρουφιανόν» επιστολή του. Η Σύνοδος άσκησε απεριόριστη και σκανδαλώδη εκκλησιαστική οικονομία και δέχθηκε τους επισκόπους που είχαν υπογράψει αρειανική ομολογία, τοποθετώντας τους μάλιστα πίσω στις προηγούμενες θέσεις τους. Τους απεκατέστησε πλήρως! Και ο Μέγας Αθανάσιος συμφώνησε με αυτή την τακτική και προέτρεψε τον Ρουφιανό να αποδεχθεί τις αποφάσεις των Πατέρων, δίχως να μέμφεται τη Σύνοδο για το ότι λειτούργησε υποχωρητικά[6].

Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, που ήταν άριστος θεολόγος δεν ήταν άμοιρος δογματικών λαθών και αμφιβόλων δογματικών διατυπώσεων όπως π.χ. αυτό περί της αποκαταστάσεων των πάντων. Παρά ταύτα, όμως, είναι μεγάλος Άγιος και Πατέρας της Εκκλησίας μας. Ο Διονύσιος ο Αλεξανδρείας, επίσης, στις ομιλίες του περί του Υιού δεν εκφράστηκε με δογματική ακριβολογία, με αποτέλεσμα να δίδει θεολογικά επιχειρήματα στις πλάνες των αρειανών[7]. Γι᾽ αυτό αναγκάστηκε ο Μέγας Αθανάσιος να γράψει ολόκληρη πραγματεία κατά του Αγίου Διονυσίου, για να δικαιολογήσει τις δογματικές και άστοχες θέσεις του. Όμως Άγιοι της Εκκλησίας μας είναι και ο Γρηγόριος και ο Διονύσιος και ο Αυγουστίνος που έπεσαν σε δογματικές πλάνες και ο Άγιος Αθανάσιος που δεν έπεσε[8].

Διανοήθηκαν άραγε όλοι αυτοί οι δήθεν μεγάλοι θεολόγοι, οι αποτειχισμένοι και αποσχισμένοι, όλοι αυτοί που κατακρίνουν τους κανονικούς Ιεράρχες της Εκκλησίας ως αιρετικούς με βάση τα δικά τους κριτήρια, διανοήθηκαν ποτέ να διαγράψουν τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης και τους άλλους Αγίους μας από το Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, επειδή στη διδασκαλία τους εξακριβωμένα είχαν λάθη και κακοδοξίες και ενίοτε δογματικές πλάνες;

Αρκετά διαφωτιστικός για το θέμα των αιρετικών είναι, επίσης, και ο 6ος Κανόνας της Β' Οικουμενικής Συνόδου[9], ο οποίος σημειώνει ότι «αἱρετικούς καλοῦμε ὅσους ἀπό παλιά ἀποκηρύχθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ὅσους ἀργότερα ἀναθεματίστηκαν ἀπό ἐμᾶς καί ἐπιπλέον ὅσους προσποιοῦνται ὅτι ὁμολογοῦν τήν ἀληθινή πίστη, ἀλλά ἔχουν ἀποσχιστεῖ καί κάνουν συναθροίσεις πού ἀντιτίθενται στούς κανονικούς μας Ἐπισκόπους».

Δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός για το αν θα πρέπει να διακόπτουμε την κοινωνία του Επισκόπου, επειδή κηρύσσει αίρεση, και ακόμη δεν χρειάζεται περισσότερη ανάλυση για το τι θεωρεί η Εκκλησία μας αιρετικό και πως αυτό καθορίζεται. Συμπληρωματικά να σημειώσουμε, ωστόσο, ότι αίρεση δεν δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει αλλοίωση ή νοθεία του δόγματος, αλλά και όταν ανάγουμε σε δόγμα ζητήματα δευτερεύοντα, τα οποία η Εκκλησία δεν θεωρεί ισάξια του δόγματος. Οι Ευσταθιανοί, για παράδειγμα, δεν είχαν καμμία δογματική παρέκκλιση από τον πυρήνα του Ορθοδόξου Δόγματος, δηλαδή δεν ελέγχονταν για κάποιο σφάλμα ούτε στην Τριαδολογία ούτε στην Χριστολογία ούτε στην Εκκλησιολογία. Όμως, εμφορούμενοι από άκρατο ευσεβισμό, είχαν αναγάγει σε δόγματα σωτηρίας δευτερεύοντα ζητήματα, όπως είναι η αγαμία των κληρικών και η αποχή της κρεοφαγίας. Η Εκκλησία έλεγε ότι είναι καλό να είναι κάποιος εγκρατής και να απέχει από το κρέας, αλλά αυτοί επέμεναν να διδάσκουν ότι δεν μπορεί κανείς να σωθεί, όταν είναι έγγαμος και όταν κρεοφαγεί. Η Εκκλησία φυσικά τους απεκήρυξε διά των αποφάσεων της εν Γάγγρᾳ Συνόδου[10].

Το κείμενο του δεύτερου μέρους του 15ου Κανόνα τελειώνει μακαρίζοντας και επαινώντας τους κληρικούς εκείνους που αποτειχίζονται από τον αιρετικό Επίσκοπο. Ο έπαινος, όπως προαναφέρθηκε, αιτιολογείται στο τρίτο μέρος του κειμένου, που αποτελεί, κατά τα ειθισμένα της κανονοθεσίας, το συμπέρασμα και το επισφράγισμα του Κανόνα. Αλλά – δυστυχώς- οι παύοντες την κοινωνία του Επισκόπου κρατούν μόνο τη φράση «τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται» και διερωτώνται γιατί η Εκκλησία δεν τους έχει ακόμη αποδώσει τα εύσημα.
Στο τρίτο μέρος του κειμένου[11] αναγράφεται ότι είναι άξιοι κάθε τιμής από την Ορθόδοξη Εκκλησία όσοι παύουν τη μνημόνευση ψευδοεπισκόπων που κηρύσσουν κατεγνωσμένη από Σύνοδο αίρεση, κυρίως όμως τους αξίζει κάθε τιμή, γιατί με τη συμπεριφορά τους φρόντισαν με ζήλο να σωθεί η Εκκλησία από σχίσματα και με τη στάση τους δεν κατατεμάχισαν την ενότητά της με μερισμούς: «Οὐ γάρ ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καί οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς ἐκκλη­σίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι». Το κίνητρο, επομένως, για τη διακοπή του μνημοσύνου καταγράφεται εδώ και δεν είναι ο αιρετικός Επίσκοπος, αλλά ο Επίσκοπος αυτός που δημιουργεί, εξ αιτίας της αιρέσεώς του, μερισμούς και σχίσματα. Αυτού του επισκόπου δυνητικώς μπορούμε να διακόψουμε τη μνημόνευση προς «συνοδικῆς διαγνώσεως».

Η Εκκλησία μας εγνώριζε πολύ καλά ότι η διδασκαλία αιρέσεως συνοδεύεται από σχίσμα κι αυτό με τη σειρά του από την πήξη θυσιαστηρίου, που βαθύτερα και ουσιαστικότερα σημαίνει την αρχή μιάς νέας Εκκλησίας, Ομολογίας, ή Θρησκείας. Αυτή είναι η έννοια του κηρύσσω «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» αίρεση[12]. Όλη η ουσία του Κανόνα βρίσκεται κατασταλαγμένη σ' αυτή την τελευταία πρόταση του κειμένου. Αυτός που σώζει την Εκκλησία από τα σχίσματα που δημιουργούν νέα πίστη, νέα θρησκεία, νέα εκκλησία και διαρρηγνύουν το σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αυτός είναι ο άξιος κάθε τιμής και όχι αυτός που διακόπτει το μνημόσυνο και την κοινωνία μετά του αιρετικού Επισκόπου του.

Για το συγκεκριμένο κείμενο ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σημειώνει σχετικά ότι «οἱ διακόπτοντες τό μνημόσυνον εἶναι ἄξιοι τιμῆς τῆς πρεπούσης, ὡς ὀρθόδοξοι ἐπειδή, ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς τήν Ἐκκλησίαν μέ τόν χωρισμόν αὐτόν, ἀλλά μᾶλλον ἠλευθέρωσαν τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τό σχίσμα καί τήν αἵρεσιν τῶν ψευδοεπισκόπων αὐτῶν»[13]. Παρόμοια και ο Ζωναράς τονίζει ότι αυτοί που διακόπτουν το μνημόσυνο του πρώτου τιμώνται από την Εκκλησία, μόνο όταν δεν δημιουργούν σχίσματα, αφού με την πράξη τους αυτή «μᾶλλον σχισμάτων τήν ἐκκλησίαν ἀπήλλαξαν»[14]. Και ο Βαλσαμών υποστηρίζει για τον διακόπτοντα το μνημόσυνο ότι «οὐ γάρ ἀπέσχισεν αὐτόν ἀπό ἐπισκόπου, ἀλλ᾽ ἀπό ψευδοεπισκόπου καί ψευδοδιδασκάλου. καί τό παρά τούτου γεγονός ἐπαίνου ἄξιόν ἐστιν, ὡς μή κατατέμνον τήν ἐκκλησίαν, ἀλλά μᾶλλον συνάπτον αὐτήν, καί τοῦ μερισμοῦ ἀπαλλάττον»[15].

Πέραν, όμως, από την παραπάνω ερμηνευτική προσέγγιση, η ίδια η πράξη της Εκκλησίας μας διδάσκει ότι ο σκοπός των αποφάσεών μας πρέπει να είναι πάντοτε θεραπευτικός και ενωτικός. Γι' αυτό η ίδια προέβαινε σε αναθεματισμούς, καθαιρέσεις και αφορισμούς, μόνο όταν κλονιζόταν η ενότητα του σώματος των πιστών και κυρίως όταν υπήρχε ορατός ο κίνδυνος της δημιουργίας νέων ομολογιών και εκκλησιών και όχι όταν υπήρχε κακοδιδασκαλία άνευ διασπαστικών συνεπειών.

Τίθεται λοιπόν ένα ερώτημα: Όλοι αυτοί που διέκοψαν το μνημόσυνο των Επισκόπων τους από ποιο σχίσμα απήλλαξαν την Εκκλησία; Από ποια κατάτμηση την προστάτεψαν και πως διασφάλισαν την ενότητά της; Αυτό το οποίο διαπιστώνουμε είναι ότι όχι μόνο δεν προστάτεψαν και δεν προστατεύουν την ενότητα της Εκκλησίας, αλλά, αντίθετα, την διασπούν κυριολεκτικά εν ονόματι των δογμάτων και των Ιερών Κανόνων. Γι' αυτό, εξάλλου, δεν επαναπαύονται στην απλή παύση της μνηνονεύσεως ούτε στην μετά πολλής ταπεινώσεως αναμονή της αποφάσεως της Συνόδου, αλλά κάνουν πανηγυρικές εμφανίσεις, διακηρύττουν με επίσημες ανακοινώσεις την πράξη τους, προγραμματίζουν την ημέρα της διακοπής του μνημοσύνου, σαν να πρόκειται για αναγγελία δημιουργίας κόμματος, διαφημίζουν το σχίσμα τους ως ηρωική πράξη, οργανώνονται σε συνάξεις και συνέδρια, προσπαθώντας να πείσουν για τα λάθη της Εκκλησίας, φατριάζουν εναντίον των Επισκόπων και μετά σπουδής προσπαθούν να προσηλυτίσουν και άλλους, για να τους ακολουθήσουν στον ολισθηρό δρόμο που έχουν πάρει. Με δύο λόγια: κρατούν την Ορθοδοξία και απορρίπτουν την Εκκλησία!!! Αυτός ο συνδυασμός όμως είναι ανύπαρκτος για τα δεδομένα της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

Τέλος, θα πρέπει να τονιστεί ότι η διακοπή του μνημοσύνου δεν είναι μία απλή πράξη διαμαρτυρίας ή ηρωισμού δίχως εκκλησιολογικές συνέπειες. Το να διακόψω την κοινωνία με τον Επίσκοπό μου σημαίνει ότι διακόπτω την κοινωνία με όλους τους Επισκόπους, τους κληρικούς, τους μοναχούς και τους λαικούς που έχουν κοινωνία μαζί του και τον αναγνωρίζουν ως κανονικό Επίσκοπο της Ορθοδόξου Εκκλησίας· σημαίνει, δηλαδή, ότι διακόπτω την κοινωνία με όλο τον Ορθόδοξο κόσμο. Γιατί όταν κάποιος είναι αιρετικός ή σχισματικός, τότε και όλοι οι κοινωνούντες μετ' αυτού είναι σχισματικοί και αιρετικοί.

Η πράξη της διακοπής κοινωνίας με τον Επίσκοπο τον οποίο αποδέχεται κανονικά και ευχαριστιακά σύμπασα η Ορθοδοξία, οδηγεί σε ένα ευχαριστιακό και κανονικό αποκλεισμό, γεγονός που είδαμε και ζήσαμε στους ελάχιστους αγιορείτες «ζηλωτές», οι οποίοι, μαζί με τους σύγχρονους «ομολογητές της πίστεως», διέκοψαν το μνημόσυνο του Επισκόπου τους με ένα ερμαφρόδιτο και επαμφοτερίζοντα τρόπο.

Από τη μια μεριά, δεν κοινωνούν μαζί με τον Επισκοπό τους και φυσικά δεν λαμβάνουν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού από τα χέρια του «αιρετικού». Υπάρχει μεγάλη σύγχυση μεταξύ τους για την εγκυρότητα των μυστηρίων που τελούνται. Εύλογα όμως διερωτώμεθα: Πως λαμβάνουν το Άγιο Μύρο από τον Πατριάρχη και την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως; Θα πρέπει κανονικά να σταματήσουν να τελούν το Μυστήριο του Βαπτίσματος και του Χρίσματος, αλλά, από όσο γνωρίζουμε, αυτό δεν συμβαίνει. Ακόμη, λοιπόν, κι αν δεν μνημονεύουν τον Πατριάρχη ή τον Επίσκοπο που κοινωνεί με τον Πατριάρχη, κοινωνούν μαζί του μέσω του Αγίου Μύρου, είτε το θέλουν είτε όχι, γεγονός που αποτελεί μια ακόμη απόδειξη του ασφυκτικού κλοιού των αδιεξόδων, των αντιφάσεων και του φαύλου κύκλου, όπου τους έχουν οδηγήσει οι ασύνετες και αντιεκκλησιαστικές επιλογές τους.

Δεν χρειάζεται, βέβαια, να τεθεί καθόλου ο εκκλησιολογικός και κανονικός προβληματισμός προς όλους αυτούς που κατακρίνουν τους Πατριάρχες και τους λοιπούς Επισκόπους ως σχισματικούς ή αιρετικούς, για το ποιος τελικά θα μας πληροφορήσει ότι όλοι αυτοί ή κάποιοι εξ αυτών επέστρεψαν στην αληθινή πίστη και μετενόησαν για τις «κακοδοξίες» τους. Σήμερα βγαίνουν και δηλητηριάζουν το λαό του Θεού με ένα σωρό ανακοινώσεις και δημοσιεύματα ότι δήθεν ο Πατριάρχης και μερικοί Επίσκοποι κηρύσσουν αίρεση. Θα βγούν αυτοί πάλι να μας πληροφορήσουν για το ποιοί Επίσκοποι επέστρεψαν και ποιοί όχι; Και το κυριώτερο: Ποιος θα αποκαταστήσει αυτούς τους δήθεν αιρετικούς, όταν αυτοί κατά την κρίση τους μετανοήσουν;
Το ζήτημα, ασφαλώς, δεν τίθεται μόνο για την αποκατάσταση αυτών που κατηγορούνται ως ανάξιοι και αιρετικοί. Τα πρόσωπα αυτά, εξάλλου, στη συνείδηση της κανονικής Εκκλησίας δεν χρήζουν καμμίας αποκαταστάσεως. Ωστόσο, με την διακοπή του μνημοσύνου και την παύση κοινωνίας τους με την Κανονική Εκκλησία τίθεται το σημαντικότατο ζήτημα για το πως οι ίδιοι θα επανενταχθούν στην Εκκλησία. Γιατί γνωρίζουμε πολύ καλά ότι, όποιος αποσχιστεί και αποτειχιστεί, πολύ δύσκολα επιστρέφει και πάλι στην Κανονική Εκκλησία.

Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι ο μακαριστός Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος διέκοψε το 1970 το μνημόσυνο του Πατριάρχου Αθηναγόρου, κατόπιν βέβαια πολλών πιέσεων, κυρίως από ζηλωτικούς κύκλους. Το 1973 επανέφερε, προς μεγάλη του ανακούφιση, το κανονικό μνημόσυνο του Πατριάρχου Δημητρίου, παρότι η διαθρησκειακή και διορθόδοξη εκκλησιαστική γραμμή του Πατριαρχείου δεν άλλαξε και οι λόγοι που ο Μητροπολίτης Φλωρίνης και οι «ζηλωτές» είχαν επικαλεστεί επί Πατριάρχου Αθηναγόρου, για να διακόψουν το μνημόσυνό του, δεν εξέλιπαν. Είπε, όμως, τότε ο μακαριστός Αυγουστίνος κάτι το οποίο δεν δημοσίευσε στο κείμενό του «Απαντήσεις επί εκκλησιαστικών θεμάτων»[16] και το οποίο εκφράζει την πραγματική συλλογιστική του όλου προβλήματος επιστροφής του στην Εκκλησία: «Ευτυχώς που πέθανε ο Πατριάρχης Αθηναγόρας και βρήκαμε τρόπο να επανενταχτούμε στην Εκκλησία».

Άγιοι Αρχιερείς,
Αγαπητοί Πατέρες,
Ελλογιμώτατοι κύριοι Καθηγητές,
Εκλεκτοί σύνεδροι,

Ασφαλώς ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου δεν συντάχθηκε, για να δώσει το δικαίωμα στον κάθε κληρικό να απειθαρχεί και να μην υπακούει τον Επίσκοπό του, αλλά, αντιθέτως, το πνεύμα του Κανόνα είναι η υπακοή και η πειθαρχία του πρεσβυτέρου στον Επίσκοπο, του Επισκόπου στον Μητροπολίτη, του Μητροπολίτη στον Πατριάρχη και όλων των Επισκόπων και των λοιπών κληρικών στη Σύνοδο της Εκκλησίας. Σκοπός, επίσης, του Κανόνα δεν είναι να δώσει στους «ζηλωτές» Κληρικούς ένα κανονικό επιχείρημα, για να αντιμάχονται και να πολεμούν τους Επισκόπους, ούτε το κανονικό δικαίωμα να τους χαρακτηρίζουν, κατά την κρίση τους, ως αιρετικούς. Το μοναδικό κίνητρο του Κανόνα είναι η αποφυγή της δημιουργίας νέων εκκλησιών, ομολογιών, θρησκειών και σχισμάτων που μερίζουν το σώμα της Εκκλησίας. Η διαστροφή όμως είναι τόσο μεγάλη, που, ενώ ο Κανόνας αποβλέπει στην παύση των σχισμάτων και των μερισμών, κάποιοι τον χρησιμοποιούν για να κατοχυρώσουν και να δικαιολογήσουν το σχίσμα τους! Έτσι ισχύει και στην περίπτωσή τους ο λόγος του Αγίου Επιφανίου Κύπρου: «φεύγοντες τόν καπνόν εἰς πῦρ ἐνέπεσον»[17].


[1] 15ος Κανών Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Α' Μέρος σε νεοελληνική ἑρμηνευτική ἀπόδοση: Όσα αποφασίστηκαν για πρεσβυτέρους και επισκόπους και μητροπολίτες ταιριάζουν πολύ περισσότερο και για πατριάρχες. Επομένως, αν κάποιος πρεσβύτερος ή επίσκοπος ή μητροπολίτης τολμήσει να απομακρυνθεί από την κοινωνία με τον πατριάρχη του και δεν αναφέρει το όνομά του στη Θεία Μυσταγωγία, όπως έχει αποφασιστεί και καθοριστεί, αλλά δημιουργήσει σχίσμα πριν από την απόφαση της Συνόδου και την ολοκληρωτική καταδίκη, η Αγία Σύνοδος όρισε αυτός να αποξενώνεται τελείως από κάθε ιερατικό αξίωμα, αρκεί να αποδειχθεί ότι έκανε αυτή την παρανομία. Και αυτά βέβαια έχουν αποφασιστεί και επικυρωθεί για όσους αποσχίζονται από τους επικεφαλής τους με πρόφαση κάποιες κατηγορίες που προκαλούν σχίσμα και διασπούν την ενότητα της Εκκλησίας
[2] Βλέπε ενδεικτικώς: 12ος, 27ος, 31ος, 38ος, 39ος, 41ος και 55ος των Αποστόλων, 6ος της Β´ Οικουμενικής Συνόδου, 8ος, 13ος και 18ος της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου, 34ος της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, 6ος Κανόνας της Γάγγρας, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 8ος, 11ος και 24ος της Αντιοχείας, 6ος και 14ος της Σαρδικής, 41ος, 42ος και 57ος της Λαοδικείας, 6ος, 10ος, 11ος και 29ος της Καρθαγένης, 13ος και 14ος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, 3ος της Αγίας Σοφίας, 1ος και 89ος του Μεγάλου Βασιλείου κ. αλ.
[3] 15ος Κανών Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Β' Μέρος σε νεοελληνική ερμηνευτική απόδοση: Όσοι κληρικοί αποκόπτονται από τον Επίσκοπό τους και δεν αναφέρουν το όνομά του στις Ιερές Ακολουθίες εξ αιτίας κάποιας αναγνωρισμένης και καταδικασμένης από τις Άγιες Συνόδους αιρέσεως, η οποία διδάσκεται από τον Επίσκοπο δημοσίως και απροκάλυπτα εντός του σώματος της Εκκλησίας, αυτοί όχι μόνο δεν θα πρέπει να καθαιρούνται, επειδή διέκοψαν την κοινωνία με τον Πρώτο πριν από την συνοδική απόφαση, αλλά θα πρέπει να θεωρούνται από την Εκκλησία άξιοι κάθε τιμής.
[4] Βαλσαμών, «Ὑπόμνημα εἰς τόν 13ον Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου», «Σύνταγμα τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων», Τόμος 2ος, σελ. 691
[5] 101ος Κανόνας τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Σῶμα Χριστοῦ, καί ναόν, τόν κατ’ εἰκόνα Θεοῦ κτισθέντα ἄνθρωπον, ὁ θεῖος Ἀπόστολος μεγαλοφώνως ἀποκαλεῖ. Πάσης οὖν αἰσθητῆς κτίσεως ὑπερκείμενος ὅ τῷ σωτηρίῳ πάθει τοῦ οὐρανίου τυχών ἀξιώματος, ἐσθίων καί πίνων Χριστόν, πρός ζωήν διά παντὸς μεθαρμόζεται τήν ἀΐδιον, ψυχήν καί σῶμα τῇ μεθέξει τῆς θείας ἁγιαζόμενος χάριτος· ὥστε, εἴ τις τοῦ ἀχράντου σώματος μετασχεῖν ἐν τῷ τῆς συνάξεως βουληθείη καιρῷ, καί ἕν πρός αὐτῷ τῇ μετουσίᾳ γενέσθαι, τάς χεῖρας σχηματίζων εἰς τύπον σταυροῦ, οὕτω προσίτω καί δεχέσθω τήν κοινωνίαν τῆς χά­ριτος. Τούς γάρ ἐκ χρυσοῦ, ἤ ἄλλης ὕλης, ἀντί χειρός, τινά δοχεῖα κατασκευά­ζοντας πρός τήν τοῦ θείου δώρου ὑποδοχήν, καί δι’ αὐτῶν τῆς ἀχράντου κοινωνίας ἀξιουμένους, οὐδαμῶς προσιέμεθα, ὡς προτιμῶντας τῆς τοῦ Θεοῦ εἰκόνος τήν ἄψυχον ὕλην καί ὑποχείριον. Εἰ δέ τις ἁλῶ τῆς ἀχράντου κοινωνίας μεταδιδούς τοῖς τά τοιαῦτα δοχεῖα προσφέρουσι, καί αὐτός ἀφοριζέσθω, καί ὁ ταῦτα ἐπιφερόμενος».
[6] «Παυσαμένης τῆς γινομένης βίας, γέγονε σύνοδος, παρόντων ἀπό τῶν ἔξω μερῶν ἐπισκόπων. γέγονε δέ καί παρά τοῖς τήν Ἑλλάδα κατοικοῦσιν συλλειτουργοῖς. οὐδέν δέ ἧττον καί τοῖς ἐν Σπανίᾳ καί Γαλλίᾳ. καί ἤρεσεν ὅπερ ὧδε καί πανταχοῦ, ὥστε τοῖς μέν καταπεπτωκόσι καί προϊσταμένοις τῆς ἀσεβείας συγγινώσκειν μέν μετανοοῦσι, μή διδόναι δέ αὐτοῖς τόπον κλήρου. τοῖς δέ μή αὐθεντοῦσι μέν τῆς ἀσεβείας, παρασυρεῖσι δέ δι᾽ ἀνάγκην καί βίαν, ἔδοξε δίδοσθαι μέν συγγνώμην, ἔχειν δέ καί τόν τόπον τοῦ κλήρου. μάλιστα ὅτι ἀπολογίαν πιθανήν ἐπορίσαντο, καί ἔδοξε τοῦτό πως οἰκονομικῶς γενέσθαι. Διεβεβαιώσαντο γάρ μή μεταβεβλῆσθαι εἰς ἀσέβειαν. ἵνα δέ μή κατασταθέντες τινές ἀσεβέστατοι διαφθείρωσι τά Ἐκκλησίας, εἴλοντο μᾶλλον συνδραμεῖν τῇ βίᾳ καί βαστάσαι τό βάρος, ἤ λαούς ἀπολέσθαι. Τοῦτο δέ λέγοντος ἔδοξαν ἡμῖν πιθανῶς λέγειν. διά τό καί προφασίζεσθαι αὐτούς τόν Ἀαρών τόν τοῦ Μωϋσέως ἀδελφόν ἐν τῇ ἐρήμῳ συνδραμεῖν μέν τῇ τοῦ λαοῦ παραβάσει. ἀπολογίαν δέ ἐσχηκέναι, ἵνα μή ὁ λαός ὁ ἐπιστρέψας εἰς Αἰγυπτον ἐπιμείνει τῇ εἰδωλολατρίᾳ. καί γάρ ἦν τό φαινόμενον εὔλογον. ὅτι μένοντες ἐν τῇ ἐρήμῳ δύνανται παύσασθαι τῆς ἀσεβείας. εἰσελθόντες δέ εἰς Αἴγυπτον, ἐπετρίβοντο καί ηὔξανον ἐν ἑαυτοῖς τήν ἀσέβειαν. Τούτων τοίνυν ἕνεκα συγγνωστόν τό πρός τόν κλῆρον γέγονε. τοῖς δέ ἀπατηθεῖσι καί βίαν παθοῦσι συγγνώμη δίδοται. Ταῦτα καί τῇ σῇ εὐσεβείᾳ δηλῶ, θαρρῶν, ὅτι καί τά δόξαντα ἀποδέξεταί σου ἡ θεοσέβεια, καί οὐ καταγνώσεται ἐκεχειρίας τῶν συνελθόντων οὕτως. Καταξίωσον δέ αὐτά ἀναγνῶναι τῷ ἱερατείῳ καί τῷ λαῷ τῷ ὑπό σέ, ἵνα, καί αὐτοί γινώσκοντες, μή μέμφωνται οὕτω σέ διακείμενον περί τούς τοιούτους». Βλέπε: Βιβλιοθήκη Ἑλλήνων Πατέρων καί Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων, ΒΕΠΕΣ, Ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Τόμος 33, σελ. 86-87.
[7] Ο Άγιος Διονύσιος Αλεξανδρείας (247- 264 ή 265) υπήρξε μαθητής του Ωριγένη και πολέμιος του Σαβελλιανισμού γράφοντας πλήθος επιστολών. Στη διδασκαλία του εξέφρασε μία διατύπωση, σχετικώς με τον Υιό, θεολογικώς και δογματικώς προβληματική: «ὁ Υἱός οὐκ ἦν πρίν γέννηται». Όσον αφορά δε τη σχέση Υιού με τον Πατέρα επίσης διατύπωσε δογματικώς εσφαλμένη άποψη και σαφώς επηρεασμένη από τον Ωριγένη: «ὁ Υἱός ξένος κατ' οὐσίαν» και «ποίημα» και «κτίσμα ἐστίν». Η λανθασμένη αυτή διδασκαλία του Διονυσίου ήταν αφορμή ώστε ο Μέγας Αθανάσιος να συγγράψει πραγματεία υπό τον τίτλο: «Περί Διονυσίου» στην οποία παρότι επαινεί τις ικανότητές του και τη συβμολή του στην αντιμετώπιση του Σαβελλιανισμού και Μοναρχιανισμού, με θάρρος και παρησία τον ελέγχει για τις δογματικές του πλάνες.
[8] Ἀρχιμανδίτου Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, «Τά Δύο Ἄκρα («Οἰκουμενισμός» καί «Ζηλωτισμός»)», Ἀναδημοσίευσις ἄρθρων καί ἐπιστολῶν, Ἀθήνα 1986, σελ. 88.
[9] 6ος Κανόνας της Β' Οικουμενικής Συνόδου: «Ἐπειδή πολλοί τήν ἐκκλησιαστικήν εὐταξίαν συγχεῖν καί ἀνατρέπειν βουλόμενοι, φιλέχθρως καί συκοφαντικῶς αἰτίας τινάς κατά τῶν οἰκονομούντων τὰς ἐκκλησίας ὀρθοδόξων ἐπισκόπων συμπλάσσουσιν, οὐδέν ἕτερον, ἤ χραίνειν τάς τῶν ἱερέων ὑπολήψεις, καί ταραχάς τῶν εἰρηνευόντων λαῶν κατασκευάζειν ἐπιχειροῦντες· τούτου ἕνεκεν ἤρεσε τῇ ἁγίᾳ συνόδῳ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει συνδραμόντων ἐπισκόπων, μή ἀνεξετάστως προσίεσθαι τούς κατηγόρους, μηδέ πᾶσιν ἐπιτρέπειν τάς κατηγορίας ποιεῖσθαι κατά τῶν οἰκονομούντων τάς ἐκκλησίας, μηδέ μήν πάντας ἀποκλείειν. Ἀλλ᾽ εἰ μέν τις οἰκείαν τινά μέμψιν, τοὐτέστιν ἰδιωτικήν, ἐπαγάγοι τῷ ἐπισκόπῳ, ὡς πλεονεκτηθείς, ἤ ἄλλο τι παρά τό δίκαιον παρ αὐτοῦ πεπονθώς, ἐπὶ τῶν τοιούτων κατηγοριῶν μή ἐξετάζεσθαι, μήτε πρόσωπον τοῦ κατηγόρου, μήτε τήν θρησκείαν. Χρή γάρ παντί τρόπῳ, τό τε συνειδός τοῦ ἐπισκόπου ἐλεύθερον εἶναι, καί τόν ἀδικεῖσθαι λέγοντα, οἵας ἄν ᾖ θρησκείας, τῶν δικαίων τυγχάνειν. Εἰ δέ ἐκκλησιαστικόν εἴη τό ἐπιφερόμενον ἔγκλημα τῷ ἐπισκόπῳ, τότε δοκιμάζεσθαι χρή τῶν κατηγορούντων τά πρόσωπα· ἵνα, πρῶτον μέν αἱρετικοῖς μή ἐξῇ κατηγορίας κατά τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων ὑπέρ ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ποιεῖσθαι. Αἱρε­τι­κούς δέ λέγομεν, τούς τε πάλαι τῆς ἐκκλησίας ἀποκηρυχθέντας, καί τούς μετά ταῦτα ὑφ᾽ ἡμῶν ἀναθεματισθέντας· πρός δέ τούτοις, καί τούς τήν πίστιν μέν τήν ὑγιῆ προσποιουμένους ὁμολογεῖν, ἀποσχίσαντας δέ, καί ἀντισυνάγοντας τοῖς κανονικοῖς ἡμῶν ἐπισκόποις. Ἔπειτα δέ, καί εἴ τινες τῶν ἀπό τῆς ἐκκλησίας ἐπί αἰτίαις τισί προκατεγνωσμένοι εἶεν καί ἀποβεβλημένοι, ἤ ἀκοινώνητοι, εἴτε ἀπό κλήρου, εἴτε ἀπό λαϊκοῦ τάγματος, μηδέ τοιούτοις ἐξεῖναι κατηγορεῖν ἐπισκόπου, πρίν ἄν τό οἰκεῖον ἔγκλημα πρότερον ἀποδύσωνται. Ὁμοίως δέ καί τούς ὑπό κατηγορίαν προλαβοῦσαν ὄντας, μή πρότερον εἶναι δεκτούς εἰς ἐπισκόπου κατηγο­ρίαν, ἤ ἑτέρων κληρικῶν πρίν ἄν ἀθῴους ἑαυτούς τῶν ἐπαχθέντων αὐτοῖς ἀποδεί­ξωσιν ἐγκλημάτων. Εἰ μέντοι τινές μήτε αἱρετικοί, μήτε ἀκοινώνητοι εἶεν, μήτε κατεγνωσμένοι, ἤ προκατηγορημένοι ἐπί τισι πλημμελήμασι, λέγοιεν δέ ἔχειν τινά ἐκκλησιαστικήν κατά τοῦ ἐπισκόπου κατηγορίαν, τούτους κελεύει ἡ ἁγία σύνοδος, πρῶτον μέν ἐπί τῶν τῆς ἐπαρχίας πάντων ἐπισκόπων ἐνίστασθαι τάς κατηγορίας, καί ἐπ αὐτῶν ἐλέγχειν τά ἐγκλήματα τοῦ ἐν αἰτίαις τισίν ἐπισκόπου· εἰ δέ συμβαίη ἀδυνατῆσαι τούς ἐπαρχιώτας πρός διόρθωσιν τῶν ἐπιφερομένων ἐγκλημάτων τῷ ἐπισκόπῳ, τότε αὐτούς προσιέναι μείζονι συνόδῳ, τῶν τῆς διοικήσεως ἐκείνης ἐπισκόπων ὑπέρ τῆς αἰτίας ταύτης συγκαλουμένων· καί μή πρότερον ἐνίστασθαι τήν κατηγορίαν, πρίν ἤ ἐγγράφως αὐτούς τόν ἶσον αὐτοῖς ἐπι­τι­μήσασθαι κίνδυνον, εἴπερ ἐν τῇ τῶν πραγμάτων ἐξετάσει συκοφαντοῦντες τόν κατηγορούμενον ἐπίσκοπον ἐλεγχθεῖεν. Εἰ δέ τις καταφρονήσας τῶν κατά τά προδηλωθέντα δεδογμένων, τολμήσειεν ἤ βασιλικάς ἐνοχλεῖν ἀκοάς, ἤ κοσμικῶν ἀρχόντων δικαστήρια, ἤ οἰκουμενικὴν σύνοδον ταράσσειν, πάντας ἀτιμάσας τούς τῆς διοικήσεως ἐπισκόπους, τόν τοιοῦτον τό παράπαν εἰς κατηγορίαν μή εἶναι δεκτόν, ὡς καθυβρίσαντα τούς κανόνας, καί τήν ἐκκλησιαστικήν λυμηνάμενον εὐταξίαν».
[10] Ἀρχιμανδίτου Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, «Τά Δύο Ἄκρα («Οἰκουμενισμός» καί «Ζηλωτισμός»)», ὅπ. π., σελ. 84.
[11] «Οὐ γάρ ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καί οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς ἐκκλη­σίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι».
[12] Κυρίλλου (Κατερέλου) Ἐπισκόπου Ἀβύδου, «Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Ἐκκλησιολογία ἤ Πιστότητα στήν Παράδοση;», Βλέπε διαδικτυακή δημοσίευση: www.ec-patr.org, σελ. 7.
[13] Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἀγαπίου Ἱερομονάχου καί Νικοδήμου Ἁγιορείτου, «Πηδάλιον τῆς Νοητῆς Νηός τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησίας, ἤτοι ἅπαντες οἱ Ἱεροί καί Θεῖοι Κανόνες», Πρός κατάληψιν τῶν ἁπλουστέρων ἑρμηνευόμενοι παρά Ἀγαπίου Ἱερομονάχου καί Νικοδήμου Μοναχοῦ, (Εἰς τό ἑξῆς: Νικοδήμου Ἁγιορείτου, «Πηδάλιον»), Ἀκριβής ἀνατύπωσις τῆς γ´ Ἐκδόσεως τοῦ 1864, Ἔκδοσις «ΑΣΤΗΡ – ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ», Ἀθῆναι 1986, σελ. 358.
[14] Ζωναρά, «Ὑπόμνημα εἰς τόν 15ον Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου», Ράλλη Γ.Α. καί Ποτλή Μ, «Σύνταγμα τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων τῶν τε Ἁγίων καί Πανευφήμων Ἀποστόλων καί τῶν Ἱερῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων καί τῶν κατά μέρος Ἁγίων Πατέρων», Ἐγκρίσει τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, (Εἰς τό ἑξῆς: «Σύνταγμα τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων»), Ἀκριβής ἀνατύπωσις ἀπό τήν πρώτην ἔκδοσιν τοῦ ἔτους 1852, Τόμος 2ος, Ἐκδόσεις ΒΑΣ. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 694.
[15] Βαλσαμών, «Ὑπόμνημα εἰς τόν 15ον Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου», «Σύνταγμα τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων», Τόμος 2ος, ὅπ. π., σελ. 695.
[16] Αὐγουστίνου (Καντιώτη) Μητροπολίτου Φλωρίνης, «Ἀπανήσεις ἐπί ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων», Ἀθῆναι 1973, σελ. 49-50.
[17] Ἐπιφανίου Ἐπισκόπου Κωνσταντίας τῆς Κύπρου, «Τοῦ Μελητίου (50) Σχίσματος τοῦ Αἰγυπτίου», PG Migne 42, 193.