15 Οκτωβρίου 2016

Ομιλία γέρ.Βαρθολομαίου «Η αγάπη του Θεού προς τον κόσμο»

Ομιλία με θέμα: «Η αγάπη του Θεού προς τον κόσμο» πραγματοποίησε στον Ιερό Ναό του Μέγα Φωτίου Θεσσαλονίκης, ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου Αγίου Όρους Αρχιμ. Βαρθολομαίος.


Το κείμενο της ομιλίας:
Βρισκόμαστε στήν ἀρχή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἔχοντας διανύσει ἤδη τήν Α´  ἑβδομάδα τῶν νηστειῶν.
Εἴμαστε στήν ἀρχή ἑνός νέου ἀγώνα καί, ὅπως εἶναι φυσικό, χρειάζονται ἀρκετά ἐφόδια, γιά νά καταφέρουμε νά ἀντιμετωπίσουμε τά βέλη τοῦ ἐχθροῦ.



Ἤρθαμε, λοιπόν, καί ἐμεῖς ἀπό τόν ὑψιβάμονα Ἄθωνα, τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, νά μεταφέρουμε ταπεινά ἐδῶ, στήν πόλη τοῦ μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, καί στόν περικαλλῆ τοῦτο ναό τοῦ ἐν Ἁγίοις πατρός ἡμῶν Φωτίου τοῦ Μεγάλου, ἕνα μήνυμα χαρᾶς, ἑνότητος  καί ἐλπίδος στήν ἀγάπη σας.

Διακρίνουμε τά προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει ὁ σημερινός ἄνθρωπος, τίς δυσκολίες του, τίς ἀνάγκες του, ἀλλά καί κάποιες ἀπό τίς αἰτίες. Αὐτό πού προβάλλεται παντοῦ ὡς βασική αἰτία εἶναι ὁ οἰκονομικός παράγοντας. Δυστυχῶς ὅμως, ἡ βιοτική μέριμνα ἔχει κυριαρχήσει σέ ὅλη τήν ζωή μας καί δέν μᾶς ἀφήνει νά δοῦμε τήν πραγματική αἰτία, πού εἶναι ἡ ἀπομάκρυνσή μας ἀπό τόν Θεό Πατέρα, ἀπό τήν ζεστή, γεμάτη ἀγάπη καί στοργή ἀγκαλιά Του.Ἔχουμε μείνει μόνοι πλέον καί παγωμένοι ἀπό τόν δριμύ χειμώνα πού μᾶς ἔχει ἐπιφέρει ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Θεό.

Κι ἐμεῖς τώρα ἐρχόμεθα ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, ὄχι ὡς σωτῆρες, ἀλλά  ὡς ἀδελφοί καί συνοδοιπόροι, ἀναφωνώντας τό τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα: «δριμύς ὁ χειμών, ἀλλά γλυκύς ὁ παράδεισος», κάνοντας ἔκκληση νά ξεκινήσουμε ἀπό τήν ἀρχή πάλι τήν προσπάθεια, ὅλοι μαζί, συνειδητοποιώντας τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τόν κόσμο Του. Ἄς ἐξετάσουμε μαζί τί εἶναι καί πῶς ἐκδηλώνεται, μέ σκοπό τήν ὅσο τό δυνατόν καλύτερη προσέγγιση καί κατανόησή της.

Ξεκινώντας κανείς τόν λόγο γιά νά περιγράψει τό ἀντικείμενο πού πραγματεύεται, ἀρχίζει πρῶτα ἀπό τήν ἑρμηνεία τοῦ ἀντικειμένου καί συνεχίζει στήν ἀνάλυσή του ἀναπτύσσοντας ὅλες τίς χρήσεις, ἤ τίς πτυχές, ἤ τίς τυχόν δράσεις του, μέ σκοπό νά γίνει ἀντιληπτό ὅσο τό δυνατόν καλύτερα ἀπό τό ἀκροατήριο.

Ὅταν, ὅμως, ὁ λόγος ἀναφέρεται ὄχι σέ ἀντικείμενο, ἀλλά σέ ἕνα συναίσθημα, σέ ἕνα βίωμα, τότε κινδυνεύει ὁ λόγος νά τό ἐγκλωβίσει καί νά τό περιορίσει σέ στερεότυπες ἐκφράσεις, ἀδυνατώντας νά τό ἑρμηνεύσει, γιατί δέν ὑπάρχουν λέξεις νά συνθέσουν κατάλληλες προτάσεις, οὔτε προτάσεις ἐπαρκεῖς νά ἐκφράσουν ἀκριβῶς ἕνα βίωμα, ἐν τέλει ἕνα μυστήριο! Γιατί τό μυστήριο παύει νά εἶναι μυστήριο ὅταν ἑρμηνεύεται· γι᾿ αὐτό τό λόγο δέν ἑρμηνεύεται, ἀλλά μόνο βιώνεται.
Σάν ἀρχή θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἕνα συναίσθημα ἔντονης στοργῆς καί προσωπικῆς ἀφοσίωσης.

Ἄν ψάξει κανείς στό λεξικό τήν ἑρμηνεία τῆς λέξης, μπορεῖ νά διαβάσει τά ἑξῆς: «Ἡ λέξη ἀγάπη μπορεῖ νά ἀναφέρεται σέ μία πληθώρα διαφορετικῶν συναισθημάτων, καταστάσεων καί συμπεριφορῶν. Τά συναισθήματα αὐτά μποροῦν νά ποικίλλουν ἀπό τήν ἐπιθυμία γιά ρομαντική ἀγάπη, τήν πλατωνική ἀγάπη πού ὁρίζει τήν φιλία, τήνοἰκογενειακή ἀγάπη μεταξύ ἀτόμων μέ συγγενικούς δεσμούς ἕως καί τήν θρησκευτική ἀγάπη καί ἀφοσίωση. Ἡ μεγάλη αὐτή ποικιλία τῶν χρήσεων καί ἐννοιῶν τῆς λέξης, σέ συνδυασμό μέ τήν πολυπλοκότητα τῶν συναισθημάτων πού περιλαμβάνει, καθιστᾶ δύσκολο τόν ὁρισμό τῆς ἀγάπης συγκριτικά μέ ἄλλες συναισθηματικές καταστάσεις».

Βλέπουμε, λοιπόν, πόσο δύσκολη εἶναι ἡ ἑρμηνεία τῆς ἀγάπης σύμφωνα μέ τόν κοινό τῶν ἀνθρώπων νοῦ, σύμφωνα μέ τά ἀνθρώπινα κριτήρια. Γι᾿ αὐτό πρέπει νά τήν τοποθετήσουμε καί νά τήν ἑρμηνεύσουμε στήν πραγματική της διάσταση ὡς ἔννοια.

Ὁ μαθητής τῆς Ἀγάπης, ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, δίνει ξεκάθαρα τήν ἑρμηνεία στήν Α´ ἐπιστολή του: «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί…». Ὅλα ξεκινοῦν ἀπό τόν Θεό, λοιπόν. Αὐτός εἶναι ἡ ἀγάπη καί ἀπό ἀγάπη δημιούργησε τό σύμπαν καί ἀπό ἀγάπη τό συντηρεῖ.

Ὁ Πανάγαθος Θεός, ἀφοῦ τελείωσε τήν δημιουργία τοῦ κόσμου, ἄφησε γιά τό τέλος τό τελειότερο δημιούργημά Του, τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἀγάπη Του γι᾿ αὐτόν ἦταν τόσο μεγάλη, πού τόν κατέστησε ἄρχοντα καί κυρίαρχο τῆς δημιουργίας!

Μέσα, λοιπόν, σέ ὅλη τήν δημιουργία, ὡς κυρίαρχος πλέον, ὁ ἄνθρωπος, εἶχε τήν ἀπόλυτη ἐξουσία νά διαχειρίζεται τά πάντα, τόσο τήν ἄψυχη, ὅσο καί τήν ἔμψυχη φύση! Ἕναν μόνο περιορισμό τοῦ ἔβαλε ὁ Θεός: «ἀπό τόν καρπό τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ μή φᾶτε…»! (Γεν. β´ 17).

Τί ἦταν αὐτό τό δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ; Ἀπό τί προσπάθησε ὁ καλός Θεός νά ἀποτρέψει τούς ἀνθρώπους, ἀφοῦ τά πάντα ἐποίησε «λίαν καλῶς»;

Προσπάθησε νά τούς ἀποτρέψει ἀπό τήν κακή χρήση τῆς ἐλευθερίας μέ τήν ὁποία τούς προίκισε, ἐπειδή δέν τούς προόριζε γιά ἄβουλους ὑπηρέτες Του, ἀλλά γιά κοινωνούς τῆς χαρᾶς καί τῆς δόξης Του. Θέλησε νά τούς ἐκπαιδεύσει νά χρησιμοποιοῦν σωστά καί πρός τό συμφέρον τους τίς δυνατότητες πού τούς ἔδωσε, ὥστε ἀναπτύσσοντας ἐν ἐλευθερίᾳ καί ἐμπιστοσύνῃ τήν σχέση τους πρός τόν Θεό-Πατέρα καί Δημιουργό τους, δουλεύοντας τό «κατ᾿ εἰκόνα» πού τούς χαρίστηκε, νά φθάσουν στό «καθ᾿ ὁμοίωσιν».

Ὁ διάβολος ὅμως, θέλοντας νά πλανήσει τούς πρωτοπλάστους καί νά παρακούσουν τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, καλλιέργησε πρῶτα τόν ἐγωισμό, ὥστε, ρίχνοντάς τους στήν ἁμαρτία, νά μήν μποροῦν νά ζητήσουν συγγνώμη.

Ποιά ἦταν ὅμως ἡ ἁμαρτία πού διέπραξαν οἱ πρωτόπλαστοι καί τί σχέση ἔχει μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Ἔχασαν τήν ἐμπιστοσύνη τους στό Θεό καί τήν ἀγάπη Του κι ἔδωσαν πίστη στά λόγια τοῦ μισοκάλου διαβόλου, ὁ ὁποῖος, γιά νά τούς πλανήσει, τούς εἶπε μόνο ἕνα μέρος τῆς ἀλήθειας γιά τήν ἀπαγόρευση τοῦ Θεοῦ. «Δέν θέλει ὁ Θεός, τούς εἶπε, νά φᾶτε ἀπό αὐτόν τόν καρπό, γιατί θά γίνετε Θεοί καί θά τόν ξεπεράσετε…» Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι ὁ Θεός ἤθελε νά γίνουν κατά χάριν Θεοί, μέ τήν χαρά τῆς συνδημιουργίας.

Ὁ καλός Θεός, μέ ἁπλά λόγια, μᾶς ἐπεφύλασσε μία «ἔκπληξη», γιατί μᾶς ἀγαποῦσε καί ὅποιος ἀγαπᾶ, θέλοντας νά εὐχαριστήσει τόν ἀγαπημένο του, τοῦ κάνει ἐκπλήξεις γιά νά αὐξήσει τήν χαρά του.

Δυστυχῶς ὅμως ἐμεῖς ματαιώσαμε τήν ἔκπληξη, μέ ἀποτέλεσμα νά μή μάθουμε ποτέ τί ἐπεφύλασσε γιά τόν ἄνθρωπο ὁ Θεός καί σέ ποιά δεδομένη στιγμή.

Ἀποτέλεσμα τῆς παρακοῆς ἦταν ἡ ἔξωση ἀπό τόν παράδεισο, ἡ ἔξωση ὅμως ὄχι πρός θάνατο καί καταδίκη, ἀλλά πρός ἀγώνα γιά τήν ἐπιστροφή. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἦταν τέτοια, πού δέν μποροῦσε νά ἐγκαταλείψει τούς ἀνθρώπους. Τήν ἴδια στιγμή τῆς ἐξώσεως τούς παρηγοροῦσε λέγοντάς τους: «Θά σᾶς σώσω, γιατί ἡ θέση σας εἶναι ἐδῶ, κοντά μου· σᾶς ἔπλασα ἀπό ἀγάπη καί ἀπό ἀγάπη δέν μπορῶ νά σᾶς ἐγκαταλείψω…».

Γιά νά ἐπιστρέψουμε ὅμως πίσω στόν παράδεισο, στόν δικό μας τόπο γιά τόν ὁποῖο πλαστήκαμε, χρειάζεται ἀγώνας καί προσπάθεια ἀποβολῆς τοῦ ἐγωισμοῦ μας, ἐξαιτίας τοῦ ὁποίου χάσαμε τά πάντα.

«Ἐκάθησεν Ἀδὰμ ἀπέναντι τοῦ παραδείσου καὶ ἔκλαυσε πικρῶς…» ἀναφέρει ἕνα τροπάριο τοῦ Τριωδίου. Ἔκλαυσε γιατί στερήθηκε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη τοῦ Πατέρα καί τήν καθημερινή ἐπαφή μαζί Του, τήν θέα τοῦ προσώπου Του. Αὐτή ἡ στέρηση κάνει πιό δύσκολο τόν ἀγώνα, ἀλλά δημιουργεῖ ἕνα ἰσχυρό κίνητρο, γιά νά ξεκινήσει ἡ προσπάθεια μέ ἀμείωτη ἔνταση καί ἐνθουσιασμό.

Στό ξεκίνημα αὐτῆς τῆς προσπάθειας, πάλι ὁ καλός Θεός δέν ἀφήνει τόν ἄνθρωπο μόνο του. Γνωρίζει τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, καθώς καί τίς ἐνέργειες τοῦ πειρασμοῦ, πού ἀγωνίζεται νά μᾶς ἀποτρέψει ἀπό τήν προσπάθεια.

Αὐτήν τήν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου, πού ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τό εὔκολο παραστράτημά του, ἔρχεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός, σέ ὅλη τήν πορεία τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, νά ἐνισχύσει, στέλνοντας κατά καιρούς τούς Προφῆτες, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, καθοδηγοῦσαν, στηλίτευαν τά κακῶς κείμενα τῆς ἐποχῆς, ἀλλά ταυτόχρονα τόνιζαν μέ ὅλη τήν δύναμη τῆς ψυχῆς τους ὅτι ὁ Θεός ἐξακολουθεῖ, παρά τό παραστράτημα ἀπό τόν νόμο Του, νά ἀγαπᾶ τόν λαό Του καί ὅτι μετά τήν καταστροφή θά ἔρθει ἡ ἀποκατάσταση· μετά τήν τρικυμία θά ἔρθει ἡ γαλήνη· μετά τό σκοτάδι θά ἔρθει τό φῶς. Ἡ παρακοή ἀπομάκρυνε τούς ἀνθρώπους ἀπό τό Φῶς, ἀπό τόν Θεό, καί προσπαθοῦσαν μέσα στό σκοτάδι νά πάρουν τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, νά συναντήσουν πάλι τό Φῶς. Ἡ πορεία δύσκολη, ἀλλά ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σκέπει, προστατεύει καί φωτίζει! Οἱ Προφῆτες ἐνεργοῦσαν ὡς ἀπεσταλμένοι τοῦ Θεοῦ, ἀπό τούς μεγάλους μέχρι καί τούς μικρότερους, μέ ἀποκορύφωμα τόν μέγιστο ἐν προφήταις, τόν Πρόδρομο καί Βαπτιστή Ἰωάννη· ἡ φωνή τους ἦταν φωνή Θεοῦ· ἡ παρουσία τους ἦταν ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ· ἦταν φάροι φωτεινοί γιά νά φωτίζουν τό σκότος τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νά μήν νοιώθουν μόνοι, ἀλλά παρηγορούμενοι νά ὁδηγηθοῦν στό Φῶς.
Προετοίμαζαν τήν ἔλευση τοῦ φωτός στήν γῆ, τήν ἔλευση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος θά διαλύσει τό σκότος καί θά ἐκπληρώσει τήν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ στούς πρωτοπλάστους γιά τήν σωτηρία τους.

Ὁ μαθητής τῆς Ἀγάπης ἀναφέρει χαρακτηριστικά σέ μία ἐπιστολή του: «…ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν, … οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τὸν Θεόν, ἀλλ᾿ ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ ἀπέστειλε τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἱλασμὸν περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν» (Α´ Ἰωαν. δ´ 9-10).
Ἔφθασε ἡ στιγμή γιά τήν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὑπόσχεση ἦταν ἡ αἰώνια ἀγάπη Του. Παραβλέπει τίς ἀδυναμίες μας, τήν ἀνυπακοή μας, τά λάθη, μᾶς ἐνισχύει στήν προσπάθεια καί στόν ἀγώνα καί δέν διστάζει νά στείλει τόν Υἱόν Του νά θυσιασθεῖ γιά τήν σωτηρία μας. Μᾶς δείχνει ταυτόχρονα ἕνα γνώρισμα πού ταυτίζεται μέ τήν ἀγάπη, τήν θυσία!

Πέλαγος ἀνεξάντλητο εἶναι ἡ ἀγάπη. Δέν ἔχει ὅρια, δέν περιορίζεται· γι᾿ αὐτό, ὅταν ἀγαπᾶς, θυσιάζεις τά πάντα, ἀκόμη καί τήν ζωή σου!
Ἡ ἀγάπη ὁδηγεῖ στήν ὑπέρβαση τοῦ «ἐγώ» καί ἀνοίγει τόν δρόμο γιά τήν ἐπιστροφή στόν παράδεισο, κοντά στό Θεό, πού συντελεῖται «ἐν Χριστῷ». Γι᾿ αὐτό καί ὁ Χριστός ὀνομάζεται «Ὁδός». Εἶναι ἡ νέα ὁδός πού ἀνοίχθηκε γιά ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους.

Ἦρθε στήν Γῆ, κοντά μας, γιά νά θυσιασθεῖ, ἀπό ἀγάπη γιά ἐμᾶς, γιά νά μάθουμε νά ἀγαποῦμε, θυσιάζοντας κι ἐμεῖς τόν ἑαυτό μας, τόν ἐγωισμό μας δηλαδή, προσφέροντάς τον στόν Θεό θυσία, ὡς ἀπόδειξη τῆς δικῆς μας ἀγάπης πρός Αὐτόν καί τῆς ἐπιθυμίας ἐπιστροφῆς κοντά Του.

Αὐτό τό θυσιαστικό πνεῦμα τῆς ἀγάπης ἔφερε ὁ Χριστός στήν γῆ· γεννήθηκε, μεγάλωσε, περπάτησε, κήρυξε, θαυματούργησε, ἔπαθε, σταυρώθηκε, ἀναστήθηκε. Ὅλα ἀπό ἀγάπη καί γιά τήν ἀγάπη. Μᾶς πρόσφερε τόν ἴδιο Του τόν ἑαυτό γιά νά γίνουμε κι ἐμεῖς κοινωνοί καί μέτοχοι αὐτῆς τῆς πραγματικῆς ἀγάπης.

Μᾶς ἔδωσε ἁπλόχερα τό μεγαλύτερο δῶρο, τήν Ἀγάπη, γιά νά μποροῦμε νά ζοῦμε κοντά ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλο, νά κατανοοῦμε, νά συγχωροῦμε, νά δικαιολογοῦμε, δηλαδή νά ἀγαποῦμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Ἡ Ἀγάπη εἶναι τό μαλακτικό, τό λιπαντικό πού μαλακώνει καί λιπαίνει τίς ἀτέλειες καί τά ἐλαττώματα τοῦ καθενός καί ἡ τριβή μεταξύ μας γίνεται πιό ὁμαλή, λειαίνοντας τούς χαρακτῆρες καί κάνοντας ἁρμονικές τίς σχέσεις μας! Ἄν δέν ἀγαποῦμε τόν ἀδελφό μας πού τόν βλέπουμε, πῶς μποροῦμε νά λέμε ὅτι ἀγαποῦμε τόν Θεό πού δέν τόν βλέπουμε;

Ὅποιος ἀσχολεῖται μέ τόν Χριστό, δέν μπορεῖ νά μεταδίδει τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό Χριστό, δηλαδή Ἀγάπη! Σάν τό μαλακτικό, ἡ Ἀγάπη, μᾶς κυριεύει καί περιχύνεται ἀπό πάνω μας, μαλακώνοντας τά πάντα στό διάβα της…τά μάτια μας, τό στόμα, τήν καρδιά μας, ὅλο τό εἶναι μας, καί ὅταν ξεχυθεῖ ἀπό ἐμᾶς… μαλακώνει ὅλους ὅσους ἀγγίζει γύρω μας. Ὅταν ἀγαπᾶς, δέν κάνεις ἐπιλογή. Αὐτό δέν εἶναι ἀγάπη, ἀλλά συμφέρον! Μόνο ἄν ἔχεις Ἀγάπη, μπορεῖς νά κάνεις ὑπομονή στούς πειρασμούς καί τίς δυσκολίες καί νά περιμένεις τήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι ὄμορφο πράγμα ἡ Ἀγάπη; Εἶναι τό πιό ὄμορφο συναίσθημα, ἡ μεγαλύτερη εὐλογία στήν γῆ πού μᾶς ἔδωσε ὁ καλός Θεός, γιατί ὁ Θεός «Ἀγάπη ἐστί!» Μᾶς ἔδωσε λοιπόν τόν ἴδιο τόν ἑαυτό Του, μᾶς ἔβαλε τόν Θεό μέσα μας γιά νά γίνουμε κι ἐμεῖς κατά χάριν Θεοί. Μᾶς ἔπλασε μόνο γιά νά ἀγαποῦμε. Τόν ἐγωισμό καί τά πάθη μόνοι μας τά δεχθήκαμε, ὅταν μᾶς τά πρόσφερε ὁ διάβολος. Γι᾿ αὐτό ὅποιος ἀγαπᾶ, δέν μπορεῖ νά κρατήσει μέσα του αὐτό πού νιώθει, ἀλλά θέλει νά τό μοιραστεῖ μέ ὅλους!

Ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος περιγράφει πολύ πα­ραστατικά ὅτι γιά τήν ἀγάπη οἱ Ἀπόστολοι ἔτρεξαν ἐκεῖνον τόν ἀκατάπαυστο δρόμο, ἐσαγήνευσαν ὅλη τήν οἰκουμένη μέ τό ἀγκίστρι καί τήν σαγήνη τοῦ λόγου, τήν ἐσήκωσαν ἀπό τόν βυθό τῆς εἰδωλομανίας καί τήν ὁδήγησαν στόν σωτήριο λιμένα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Γιά χάρη της ἔχυσαν τά αἵματά τους οἱ μάρτυρες, ὥστε νά μήν χάσουν τόν Χριστό. Γι᾿ αὐτήν ἔδωσαν προθύμως τήν ζωή τους οἱ θεοφόροι Πατέρες μας καί Διδάσκα­λοι τῆς οἰκουμένης, ὑπέρ τῆς καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας· χαρακτηριστικό δεῖγμα ἡ σημερινή ἡμέρα, κατά τήν ὁποία ἑορτάσαμε τήν ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων.

Ἄν δέν εἶχε φυτευθεῖ ὁ σπόρος τῆς ἀγάπης, δέν θά εἶχε βλαστήσει τίποτα μέχρι σήμερα. Ὅλη ἡ ζωή μας θά ἦταν ἄκαρπη, στεγνή, γεμάτη ἀπελπισία καί θλίψη, δηλαδή χωρίς ἀγάπη.

Αὐτός ὁ σπόρος ἔκανε τήν καρδιά τοῦ Παύλου ἀπό διώκτης νά γίνει Ἀπόστολος, ἀφήνοντας παρακαταθήκη τήν ζωή του καί τό κήρυγμά του. Βίωσε, ὅπως καί οἱ λοιποί Ἀπόστολοι καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι τήν ἴδια τήν Ἀγάπη, ὥστε κάθε κίνηση καί κάθε λόγος τους νά ἀναφέρονται στήν ἀγάπη.
Αὐτή ἡ ἀγάπη δέν μένει σέ γενικότητες καί ἀοριστίες. Μέσα στήν ζωή ἔχει συγκεκριμένη ἔκφραση καί ἀποκαλύπτεται στίς ἀνθρώπινες σχέσεις:
«Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμί. καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει. εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται… νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη» (Α´ Κορ. ιγ´ 1-8, 13).

Ἔτσι βίωσε καί ἔτσι κατέγραψε τήν ἀγάπη μέσα σέ λίγες γραμμές ὁ θεῖος Ἀπόστολος, χωρίς νά ἀφήνει περιθώριο δικαιολογίας σέ κανέναν νά παραμείνει ἐγκλωβισμένος στό «ἐγώ» του.
Ἡ πρώτη δικαιολογία πού προβάλλουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μέχρι καί σήμερα εἶναι: «Λόγια εἶναι αὐτά· στήν πράξη τί γίνεται!» Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη πρόφαση ἀναβολῆς, νά μήν ξεκινήσουμε τήν προσπάθεια. Ὄντως λόγια εἶναι αὐτά, λόγια ἀληθείας, πού μᾶς ἐξηγοῦν πόσο ἁπλῆ εἶναι ἡ ζωή μας ἐφαρμόζοντας τήν ἀρετή τῆς ἀγάπης καί ἀπορρίπτοντας  τήν πολυπλοκότητα τοῦ «ἐγώ» πού μᾶς ἔχει κυριεύσει.

Ὁ ὅσιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος γράφει ὅτι ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθων ἤθελε νά βρεῖ ἕναν λεπρό καί νά λάβει τό ἄρρωστο σῶμα του, δίδοντας σέ ἐκεῖνον τό δικό του ὑγιές σῶμα. Καί λέγει ὅτι αὐτό εἶναι τέλεια ἀγάπη. Ὁ ἴδιος γράφει ὅτι ἡ κατά Θεόν πραγματική ἀγάπη εἶναι γλυκύτερη τῆς ζωῆς. Ὅταν κανείς ζεῖ σέ ἕνα κλίμα ἀνυπόκριτης καί ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης, αἰσθάνεται γλυκασμό ἀνώτερο ἀπό τήν βιολογική ζωή.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γνωρίζει ὅτι μπορεῖ καί ὁ ἄρρωστος πνευματικά ἄνθρωπος νά ἀγαπᾶ καί γι᾿ αὐτό κάνει λόγο γιά τό ὅτι ἡ ἀγάπη πρέπει νά εἶναι ἀνυπόκριτη. Ὁπότε, ἄλλο εἶναι ὑποκριτική ἀγάπη καί ἄλλο εἶναι ἡ ἀνυπόκριτη ἀγάπη. Ἡ ὑποκριτική ἀγάπη εἶναι γεμάτη ἀπό ψέματα, θεατρινισμούς, εἶναι ἐξωτερική, ἐπιτηδευμένη, ἐκφράζεται μέ ψεύτικα χαμόγελα καί συνήθως σκορπᾶ ἀπόγνωση καί ἀπελπισία. Ἡ ἀνυπόκριτη ἀγάπη εἶναι ἀληθινή, ὁλοκληρωμένη, ὑγιής καί μεταδίδει χαρά, εἰρήνη καί ἐλπίδα στούς ἀνθρώπους.

Ἡ ζωή μέσα στόν χρόνο ἔχει δείξει ὅτι στήν κοινωνία μας περισσεύει ἡ ψεύτικη, ἡ ὑποκριτική ἀγάπη. Καμμιά ἄλλη ἀρετή δέν ἔχει κακοποιηθεῖ τόσο πολύ ὅσο ἡ ἀγάπη. Ὁ ἠθοποιός ἔχει τό χάρισμα νά προσποιεῖται συμπεριφορές καί χαρακτῆρες ἄλλων ἀνθρώπων μέ ἀκρίβεια καί προκαλεῖ ἰδιαίτερη ἐντύπωση. Αὐτό πού στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ἕνα χάρισμα, στό θέμα τῆς ὑποκριτικῆς ἀγάπης εἶναι δυστυχία. Τί φοβερό εἶναι νά συναντᾶ κανείς ἀνθρώπους πού ἐκδηλώνουν ἤ ἐμπαθῆ ἤ ὑποκριτική ἀγάπη! Καί τί ἐκπληκτικό εἶναι νά ἔχει κανείς φίλους πού διακρίνονται γιά τήν εἰλικρίνεια καί τήν ἀνυπόκριτη ἀγάπη!

Γιά νά ὑπάρξει πραγματική ἀγάπη, πρέπει νά προηγηθεῖ ἡ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Στήν πραγματικότητα θεραπεία εἶναι ἡ μετατροπή τῆς ἀγάπης ἀπό ἰδιοτελῆ σέ ἀνιδιοτελῆ. Ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη ἰδιοτελής, ἐκεῖ ἐπικρατεῖ ἡ ἀσθένεια. Ἀντίθετα, ὅπου ἐκφράζεται ἡ ἀνιδιοτελής ἀγάπη, ἐκεῖ ὑπάρχει πνευματική ὑγεία.

Ὁ Χριστός μᾶς παρέδωσε τήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη. Παρατηρώντας Τον πάνω στόν σταυρό, διαπιστώνουμε ὅτι ὁ ἄμωμος Υἱός τοῦ Θεοῦ σήκωσε ἐπάνω Του τό βάρος τῆς ἁμαρτίας. Ἐκεῖνος, πού ἦταν ἕνα μέ τόν Θεό, ἔνοιωσε στήν καρδιά Του τόν τρομερό χωρισμό πού δημιουργεῖ ἡ ἁμαρτία ἀνάμεσα στόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Αὐτό τό γεγονός ἦταν πού Τόν ἔκανε νά βγάλει μέσα ἀπό τήν καρδιά Του τήν κραυγή τῆς ἀγωνίας: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατέλιπες;».

Ὁ σκοπός ὅμως, αὐτῆς τῆς θυσίας δέν ἦταν νά δημιουργήσει στόν Πατέρα αἰσθήματα ἀγάπης γιά τόν ἄνθρωπο, οὔτε νά Τόν προδιαθέσει γιά τό ἔργο τῆς σωτηρίας. Ὁ Ἰωάννης ἀναφέρει στό εὐαγγέλιό του: «ὁ Θεός τόσον ἠγάπησε τόν κόσμον, ὥστε ἔδωκε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν Μονογενῆ». Ὁ Χριστός ἔγινε τό μέσον γιά νά χορηγήσει ὁ Θεός τήν ἄπειρη ἀγάπη Του σέ ἕναν κόσμο πού εἶχε ἀποστατήσει.
Ἔτσι φανερώνεται τό μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν παρακοή οἱ ἄνθρωποι ὑποτάχθηκαν στόν διάβολο. Μέ τήν πίστη στόν Χριστό καί τήν θυσία Του μποροῦν νά γίνουν παιδιά τοῦ Θεοῦ.
Αὐτή ἡ ἀγάπη εἶναι ἀπαράμιλλη. Παιδιά τοῦ Οὐράνιου Βασιλέα, «υἱοί Θεοῦ»! Τί πολύτιμη ὑπόσχεση! Ἡ ἀσύγκριτη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά ἕναν κόσμο πού δέν Τόν ἀγάπησε!

Μᾶς προσφέρει ἀγάπη, Τοῦ προσφέρουμε παρακοή καί προδοσία. Θεραπεύει, δημιουργεῖ μέ πηλό μάτια τυφλῶν, καθαρίζει λεπρούς, ἐλευθερώνει ἀπό δαιμόνια, ἀνασταίνει νεκρούς, ἐμεῖς Τόν λοιδοροῦμε, Τόν φτύνουμε, Τόν χαστουκίζουμε καί φωνάζουμε: «Ἆρον, ἆρον σταύρωσον Αὐτόν!». Τόν σταυρώνουμε, Αὐτός φωνάζει: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς…». Τί σκληροκαρδία! Τί ἀγνωμοσύνη! Τί ἄλλο πρέπει νά μᾶς προσφέρει γιά νά μαλακώσουν οἱ καρδιές μας; Μᾶς τά ἔδωσε ὅλα καί ἐξακολουθεῖ νά μᾶς τά προσφέρει, μέ πεῖσμα καί ἐπιμονή, γιατί μᾶς ἀγαπᾶ. Αὐτή εἶναι ἡ ἀγάπη καί ἡ κρίση τῶν ἀνθρώπων σέ σύγκριση μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ· Αὐτός προσφέρει ἀγάπη καί ἐμεῖς Σταυρό!

Στή διαδρομή τῶν αἰώνων πάρα πολλοί ἄνθρωποι δέν ἀναγνώρισαν καί δέν ἀνταποκρίθηκαν στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἄλλοι τήν περιγέλασαν, ἄλλοι τήν μίσησαν, ἄλλοι τήν ἀμφισβήτησαν, ἄλλοι τήν ἀγνόησαν. Παρ᾿ ὅλα αὐτά, ἑκατομμύρια ψυχές ἀπό ὅλα τά κοινωνικά στρώματα, ἀπό ὅλους τούς λαούς, πίστεψαν ὅτι: «τόσον ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν Μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ´ 16).
Ἐπειδή ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σάν ἔννοια βιώνεται, ἀλλά δέν ἑρμηνεύεται, γιά νά μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νά τήν καταλάβουν ἀκόμη καλύτερα, μᾶς ἔδωσε τήν ἀγάπη τῆς Μάνας, ὡς δεῖγμα ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης.

Εἶναι ἡ ἀγάπη πού οἱ ἅγιοι Πατέρες ὀνομάζουν φυσική ἀγάπη. Εἶναι μία ἀγάπη ἄνευ ὅρων πού δέν ἐπιβάλλεται ἀπό ὁποιαδήποτε ἐξωτερική ἐπίδραση.

Αὐτή ἡ ἀγάπη ἀρχίζει ἤδη ἀπό τήν σύλληψη τοῦ παιδιοῦ, πράγμα πού σημαίνει ὅτι ὑπάρχει μία ἀγάπη πού ἀναπτύσσεται πρός μία ὕπαρξη πού ἀκόμη δέν ἔχει κάποια συγκεκριμένη ὁρατή μορφή, ἀλλά ἡ γυναίκα αἰσθάνεται μέσα της. Μερικές φορές μιλᾶ στό παιδί πού εἶναι στήν κοιλιά της ἐκδηλώνοντας ὅλη τήν ἀγάπη της. Οἱ ἔρευνες ἔχουν ἀποδείξει ὅτι τό ἔμβρυο δέχεται τήν ἀγάπη ἀπό τήν μητέρα του πρίν ἀπό τήν γέννηση. Μετά τήν γέννηση ἡ μητέρα ἀφιερώνει ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ἀγάπης της στό παιδί της.

Ἡ μάνα συγχωρεῖ, σκεπάζει, προστατεύει, δικαιολογεῖ καί θυσιάζεται γιά τά παιδιά της. Κάθε λόγος της κινεῖται ἀπό ἀγάπη· τό παιδί της, καί τό πιό ἄσχημο νά εἶναι, γι᾿ αὐτήν εἶναι τό πιό ὄμορφο. Ἡ ἀγκαλιά της εἶναι τόσο ζεστή, πού, ὅταν κλείνει μέσα τά παιδιά της, τά ἥσυχα… ἀναπαύονται καί τά ἄτακτα δέν μποροῦν νά φωνάξουν καί νά κινηθοῦν, κι ἔτσι εἰρηνεύουν καί τό μόνο πού ἀκούγεται εἶναι ὁ χτύπος τῆς καρδιᾶς της πού πάλλει ἀπό ἀγάπη!

Δι᾿ αὐτῆς, λοιπόν, τῆς φυσικῆς ἀγάπης ὁ καλός Θεός θέλησε νά δείξει στόν κόσμο, πού ζητᾶ πάντα κάτι τό χειροπιαστό, τήν ἀνιδιοτελῆ Του ἀγάπη.
Τήν γυναίκα τήν τίμησε περισσότερο ἀπό ὅλους. Στόν Σταυρό ὁ Χριστός λέει στόν μαθητή Του, τόν Ἰωάννη: «ἰδού ἡ μήτηρ σου…». Τήν ἱερωσύνη τήν παρέδωσε στούς μαθητές Του, ἄν καί ἡ πιό ἁγνή καί ἄμωμος μεταξύ τῶν ἀνθρώπων ἦταν ἡ Παναγία Μητέρα Του, τήν ὁποία κατέστησε Μάνα.
Αὐτή εἶναι πλέον τό πρότυπο τῆς μάνας καί δι᾿ Αὐτῆς ἡ μάνα γίνεται ὁ φορέας τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο.

Θά μοῦ ἐπιτρέψετε στό σημεῖο αὐτό νά πῶ ὅτι ἐμεῖς οἱ μοναχοί ἔχουμε καί μιάν ἄλλη ἀγάπη πού μᾶς βοηθάει νά κατανοήσουμε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ· εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Γέροντα γιά τούς ὑποτακτικούς του, ἡ ὁποία μεταφέρει τήν ἀγάπη τῆς μάνας στό πνευματικό ἐπίπεδο, διότι, ὅπως ἡ μάνα γεννᾶ καί ἀνατρέφει τά παιδιά της, ἔτσι κι ὁ Γέροντας γεννᾶ ἐν Χριστῷ καί ἀνατρέφει πνευματικά τούς ὑποτακτικούς του. Αὐτήν τήν ἀγάπη ἡ ἀδελφότητά μας τήν ψηλάφησε στό πρόσωπο τοῦ Γέροντά μας, τοῦ Γέροντα Χρυσοστόμου Κατσουλιέρη, τοῦ Γέροντα τῆς ἀγάπης, ὅπως τόν ἔχουν ἀποκαλέσει πολλοί τῶν ἀνθρώπων. Δέ θά ἦταν δυνατόν νά μιλήσουμε γιά τήν ἀγάπη χωρίς, ἔστω ἁπλῶς, ν᾿ ἀναφερθοῦμε σ᾿ αὐτόν τόν ἄνθρωπο πού μᾶς τήν δίδαξε ἐμπειρικά, μέ τό παράδειγμά του, μέ τήν στοργική παρουσία του, ἡ ὁποία ἦταν μιά ἀνοιχτή ἀγκαλιά, μέ ὅλη του τή ζωή, ἡ ὁποία ἦταν μιά διαρκής θυσία γιά ὅποιον τόν πλησίαζε, μιά διαρκής συγγνώμη πού παρέβλεπε λάθη καί πάθη καί μόνο ἐνθάρρυνε ν᾿ ἀρχίσουμε ἀπό τήν ἀρχή τήν προσπάθεια.

Ἀφοῦ, λοιπόν, ἔγινε προσπάθεια νά κατανοήσουμε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ τρόπου σκέψεως καί συμπεριφορᾶς τῶν ἀνθρώπων, ἔρχεται ὁ Χριστός, πάλι μέσῳ τοῦ μαθητοῦ τῆς Ἀγάπης, τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, καί λέει: «ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς… Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταὶ ἐστέ, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (Ἰωάν. ιγ´ 34-35).

Βλέπουμε ὅτι ἐδῶ ὁ Χριστός δέν μᾶς προτρέπει, ἀλλά μᾶς δίδει ἐντολή νά ἔχουμε ἀγάπη μεταξύ μας οἱ ἄνθρωποι, ὡς μοναδικό τρόπο ἐπιβίωσης καί συμβίωσης. Ἡ ἀγάπη μαλακώνει τίς καρδιές μας καί μποροῦμε εὔκολα πλέον νά δεχθοῦμε τίς ἀτέλειες τῶν ἀδελφῶν μας, νά θυσιασθοῦμε γι᾿  αὐτούς.
Ἀκούγοντας τήν ἐντολή αὐτή τοῦ Χριστοῦ, ἔχουμε πλέον μεγαλύτερο κίνητρο νά ἐκδηλώσουμε τήν ἀγάπη μας πρός τόν πλησίον.

«Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς. Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ. Ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν» (Ἰωάν. ιε´ 12-17).

Μᾶς ὀνομάζει φίλους Του ὁ ἴδιος ὁ Χριστός καί Θεός μας. Τί μεγαλύτερο κίνητρο χρειαζόμαστε, ὅταν ἡ ἐντολή δέν εἶναι προσταγή δυνάστου, ἀλλά προσταγή ἄμετρης, ἀνυπόκριτης ἀγάπης, καταλλαγῆς καί συμφιλίωσης ἀπό τόν Κύριο καί Θεό μας; Γινόμαστε φίλοι Του,  φθάνει νά κάνουμε ὅ,τι μᾶς προστάζει, δηλαδή μόνο νά ἀγαποῦμε, τόσο ἁπλᾶ!

Σήμερα, ὅμως, οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔχουν ἄλλα κίνητρα. Δέν βασίζουν στόν Χριστό τήν ἀγάπη τους. Ὁ ἕνας ἀγαπάει κάποιον, γιατί κι ἐκεῖνος τοῦ δείχνει ἀγάπη· ὁ ἄλλος ἀγαπάει ἐκεῖνον πού τόν τίμησε· καί ὁ ἄλλος ἀγαπάει ἐκεῖνον πού τοῦ φάνηκε χρήσιμος σέ μιάν ὑπόθεσή του. Εἶναι δύσκολο νά βρεῖς κάποιον πού ν᾿ ἀγαπάει τόν πλησίον μόνο γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ, γιατί σύνδεσμος τῶν ἀνθρώπων εἶναι συνήθως τά ὑλικά συμφέροντα. Μιά ἀγάπη, ὅμως, μέ τέτοια ἐλατήρια, εἶναι χλιαρή καί πρόσκαιρη. Μέ τό παραμικρό πρόβλημα, ὑβριστικό λόγο, χρηματική ζημιά, ζήλεια, φιλοδοξία ἤ κάτι ἄλλο παρόμοιο, ἡ ἀγάπη αὐτή, πού δέν ἔχει θεμέλιο πνευματικό, διαλύεται.

Ἀπεναντίας, ἡ ἀγάπη πού ἔχει αἰτία καί θεμέλιο τόν Χριστό, εἶναι σταθερή καί ἀκατάλυτη. Τίποτα δέν μπορεῖ νά τήν διαλύσει, οὔτε συκοφαντίες, οὔτε κίνδυνοι, οὔτε καί ἀπειλή θανάτου ἀκόμα. Ἐκεῖνος πού ἔχει τήν χριστιανική ἀγάπη, ὅσα δυσάρεστα κι ἄν πάθει ἀπό ἕναν ἄνθρωπο, δέν παύει νά τόν ἀγαπάει, γιατί δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τά ὅποια παθήματά του, ἀλλά ἐμπνέεται ἀπό τήν Ἀγάπη, τόν Χριστό. Γι᾿ αὐτό καί ἡ χριστιανική ἀγάπη, ὅπως ἔλεγε ὁ Παῦλος, ποτέ δέν ξεπέφτει.

Καί τί μπορεῖς, ἀλήθεια, νά ἐπικαλεστεῖς ὡς αἰτία, γιά νά πάψεις ν᾿ ἀγαπᾶς τόν συνάνθρωπό σου; Τό ὅτι, ἐνῶ ἐσύ τόν τιμοῦσες, αὐτός σ᾿ ἔβρισε; Ἤ τό ὅτι, ἐνῶ ἐσύ τόν εὐεργέτησες, αὐτός θέλησε νά σέ βλάψει; Μά ἄν τόν ἀγαπᾶς γιά τόν Χριστό, αὐτές οἱ αἰτίες θά σέ κάνουν ὄχι νά τόν μισήσεις, ἀλλά νά τόν ἀγαπήσεις περισσότερο. Γιατί ὅλα ὅσα καταργοῦν τήν συνηθισμένη συμφεροντολογική ἀγάπη, δυναμώνουν τήν χριστιανική ἀγάπη. Πῶς;

Πρῶτον, ἐπειδή ὅποιος σοῦ φέρεται ἐχθρικά, σοῦ ἐξασφαλίζει ἀμοιβή ἀπό τόν Θεό· καί δεύτερον, ἐπειδή αὐτός, ὡς πνευματικά ἄρρωστος, χρειάζεται τήν συμπάθεια καί τήν συμπαράστασή σου.
Ἔτσι, λοιπόν, ὅποιος ἔχει ἀληθινή ἀγάπη, ἐξακολουθεῖ ν᾿ ἀγαπάει τόν πλησίον, εἴτε αὐτός τόν μισεῖ, εἴτε τόν βρίζει, εἴτε τόν ἀπειλεῖ, μέ τήν ἱκανοποίηση ὅτι ἀγαπάει γιά τόν Χριστό, ἀλλά καί μιμεῖται τόν Χριστό, πού τέτοιαν ἀγάπη ἔδειξε στούς ἐχθρούς Του. Ὄχι μόνο θυσιάστηκε γιά κείνους πού Τόν μίσησαν καί Τόν σταύρωσαν, μά καί παρακαλοῦσε τόν Πατέρα Του νά τούς συγχωρέσει: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους, δέν ξέρουν τί κάνουν».

Ὁ ἅγιος Κλήμης μᾶς λέγει πολύ χαρακτηριστικά: «φιλάνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος, πού στούς ἐχθρούς του συμπεριφέρθηκε μέ ἡμερότητα καί τούς εὐεργετεῖ. Ἡ φιλανθρωπία ἀποτελεῖται ἀπό δύο μέρη: τό ἕνα εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη καί τό ἄλλο εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Διά τόν ἄνθρωπο πλησίον εἶναι ὁ κάθε ἄνθρωπος. Διότι ἄνθρωπος εἶναι καί ὁ καλός καί ὁ κακός, καί ὁ ἐχθρός καί ὁ φίλος. Ἐκεῖνος, λοιπόν, πού θέλει νά κάνει φιλανθρωπία πρέπει νά γίνει μιμητής τοῦ Θεοῦ, ὁ  Ὁποῖος εὐεργετεῖ δικαίους καί ἀδίκους, διότι ἕνας Θεός ὑπάρχει εἰς τόν κόσμο αὐτόν καί Αὐτός χορηγεῖ εἰς ὅλους καί τόν ἥλιο καί τίς βροχές Του. Ἄν κάποιος θέλει νά εὐεργετεῖ τούς καλούς καί νά τιμωρεῖ τούς κακούς, προσπαθεῖ νά γίνει κριτής».

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σπλαγχνίζεται ὅλους τούς ἀνθρώπους καί ἄν κάποιος δέν συμπάσχει βλέποντας ἄνθρωπο πού ἁμαρτάνει, φεύγει ἀπό αὐτόν ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης ἔλεγε: «Νά μήν συγχέεις τόν ἄνθρωπο, πού εἶναι εἰκόνα Θεοῦ, μέ τίς ἁμαρτίες στίς ὁποῖες ἔπεσε. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἕνα ἐπεισόδιο. Ἡ πραγματική φύσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, πού πάντοτε παραμένει». Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συμπληρώνει: «Ὁ Κύριός σου δέν συνωμίλει μόνο μέ δικαίους καί τούς ἀκαθάρτους ἀπέφευγεν, ἀλλά καί τήν Χαναναίαν τήν ἐδέχθη καί τήν Σαμαρεῖτιν τήν μιαράν καί ἀκάθαρτον καί ἄλλην πόρνην, διά τήν ὁποίαν τόν ἐκατηγόρουν οἱ Ἰουδαῖοι, τήν ἐδέχθη, τήν ἐθεράπευσε καί ἠνέχθη νά βραχοῦν τά πόδια Του ἀπό τά δάκρυα τῆς μιαρᾶς, διά νά μᾶς διδάξει νά εἴμεθα ἀνεκτικοί πρός τούς ἁμαρτάνοντας, διότι αὐτό πρό πάντων εἶναι φιλανθρωπία».
Βλέπουμε λοιπόν πῶς καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μέσα στό διάβα τῆς ἱστορίας βίωσαν καί μετέδωσαν τήν ἔννοια τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί πῶς, ἐνῶ ζοῦσαν σέ διαφορετικές ἐποχές, ὁ ἕνας συμπλήρωνε τόν ἄλλο σέ μία ἁρμονική συνέχεια, γιατί μιλοῦσαν γιά τό ἴδιο πράγμα, τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Ἔχοντας σάν πρότυπο τόν ἴδιο τόν Χριστό, ἔνιωσαν μέσα στήν καρδιά τους τήν ἁπλότητα καί τό μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης Του. Φορεῖς πλέον αὐτῆς τῆς ἀγάπης, προσπαθοῦσαν μέ λόγια καί ἔργα νά τήν μεταδώσουν στούς ἀνθρώπους.

Αὐτή ἡ ἀγάπη εἶναι πού στά χρόνια τῶν διωγμῶν καί τῆς εἰκονομαχίας ἐνίσχυε τούς Ἁγίους δίνοντάς τους θάρρος νά ἀντέξουν οἱ ἴδιοι, ἀλλά καί τόν πιστό λαό νά τόν στηρίξουν στίς δυσκολίες καί τά μαρτύρια πού περνοῦσε.

Εἶναι πολύ δύσκολο νά διακρίνει κάποιος τό ὅριο, ἄν ὑπάρχει ὅριο, τῆς ἀγάπης πρός ὅλους, πρός τούς ἐχθρούς, ἀκόμη καί πρός τούς αἱρετικούς τῆς πίστης μας. Εἶναι μία «σχοινοβασία» ἡ ὁποία θέλει πολλή προσοχή γιατί ὑπάρχει πάντα ὁ κίνδυνος τῆς πλάνης.
Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού σέ λεπτά θέματα πρέπει νά ἀκολουθοῦμε τήν σίγουρη ὁδό πού χάραξαν οἱ θεοφόροι Πατέρες.

Ἡ κριτική κατά τῶν αἱρέσεων, ἐπειδή ἐνέχει ἀγάπη, δέν μπορεῖ καί δέν ἐπιτρέπεται, καθώς λέγουν οἱ Πατέρες, νά εἶναι ἐμπαθής.

Ἡ κριτική κατά τῆς αἱρέσεως καί ὁ ἔνθεος ζῆλος πρός σωτηρίαν τῶν αἱρετικῶν, καθώς καί ὁ πνευματικός πόνος γιά τήν ἀπώλεια ὅσων ἐμπλέκονται σέ αἱρέσεις, ὑπάρχει πάντοτε ὁ κίνδυνος νά διαστραφεῖ ἀπό τήν ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καί νά στραφεῖ μέ ἐμπάθεια κατά συγκεκριμένων προσώπων. Ὁ κίνδυνος αὐτός ἐπισημαίνεται καί τονίζεται ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρας, ὥστε νά μήν παρεκκλίνουμε ἀπό τόν ἀρχικό καί καλοπροαίρετο σκοπό μας, πού εἶναι ἡ ἐν ἀγάπῃ καί ἀληθείᾳ Χριστοῦ σωτηρία πάντων καί ὄχι βέβαια ἡ ἐξύβριση τῶν αἱρετικῶν, ἀκόμη καί ἐκείνων πού ἐσκεμμένως ὑπερασπίζονται τό ψεῦδος.

Εἶναι φανερό, λοιπόν, ὅτι ἡ ἀγάπη φέρει μέσα της ὡς προϋπόθεση τήν ἀλήθεια, ἡ δέ ἀλήθεια εἶναι ὁ Χριστός. Δέν εἶναι, συνεπῶς, ἡ δογματική ἀλήθεια τῆς Πίστεως ἀντίθετη πρός τήν ἀγάπη, ἀλλά ταυτίζονται.
Μιλώντας κανείς γιά τήν ἀγάπη, συνειδητοποιεῖ ὅτι δυσκολεύεται νά κλείσει τόν λόγο. Τό πέλαγος τῆς ἀγάπης πού ἀνοίγεται μπροστά του τόν μαγεύει καί τόν συνεπαίρνει. Μιλᾶς γιά ἀγάπη καί ταυτόχρονα τήν αἰσθάνεσαι, νοιώθεις τήν αὔρα καί τήν γαλήνη της, δέν σ᾿ ἀφήνει νά τελειώσεις. Ὅλα τελικά τά συνδέεις μέ τήν ἀγάπη καί γιά τήν ἀγάπη. Γεμίζοντας ἀγάπη, γεμίζεις Χριστό. Ἡ ζωή σου γίνεται ὄμορφη· μπορεῖς νά βλέπεις μέ καθαρά μάτια τόν κόσμο καί νά προσπαθεῖς νά μεταδίδεις τήν Ἀγάπη, τόν Χριστό, πού ἔχεις μέσα σου καί στούς ἄλλους γιατί δέν μπορεῖς νά κρατήσεις μόνο γιά τόν ἑαυτό σου αὐτό τό μεγαλεῖο πού νοιώθεις!

Βρισκόμαστε στήν ἀρχή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καί ἀνοίγεται μπροστά μας μία περίοδος πού μᾶς προσφέρεται νά κάνουμε μία ἐπανεκκίνηση στόν ἑαυτό μας. Μπορεῖ ἐκ πρώτης ὄψεως νά φαίνεται δύσκολη, ἀλλά μᾶς προσφέρονται ἐφόδια γιά νά ξεπεράσουμε τίς δυσκολίες. Μέ τό πνεῦμα τῆς ἀγάπης, στήν ὁποία ἐμπεριέχεται καί ἡ θυσία, διαλύονται ὅλες οἱ δυσκολίες καί τά ἐμπόδια καί ἀνοίγει ὁ δρόμος καί ἡ κοινή πορεία πρός τήν Ἀνάσταση.
Ἡ πορεία αὐτή περνάει πρῶτα ἀπό τό πάθος. Χωρίς πάθος δέν ὑπάρχει Ἀνάσταση· εἶναι ἀλληλένδετα. Τό πάθος τοῦ Χριστοῦ εἶναι θυσία ἀπό ἀγάπη καί τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ Ἀνάσταση, ἡ μόνη ἀλήθεια ἐπί τῆς γῆς!

Ἄς ἀξιωθοῦμε ὅλοι μαζί, ἀδελφοί μου, νά βιώσουμε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στίς καρδιές μας καί τότε μόνο θά γευθοῦμε παράδεισο!
Καλή Ἀνάσταση!